Τα λόγια του ήταν καθαρά, αλλά πιότερο τα μάτια του, όταν μιλούσε για το όραμα του, αυτός που οι φίλοι του τον αποκαλούσαν Δάσκαλο και οι εχθροί του ρήτορα και λαοπλάνο.
Ύστερα άρχισαν να μοιράζονται όλο και περισσότεροι αυτό το περίεργο όραμα του. Τους παρακολουθούσα καθημερινά, να βγαίνουν δειλά στην αρχή από τα υπόγεια και τα λαγούμια τους, στις γειτονιές στην άκρη της πόλης, εκεί που είναι οι γκρίζες πολυκατοικίες. Έπιαναν τις γωνίες και μετά ξεθάρρευαν και στέκονταν ακόμη και στις άκρες του δρόμου, όπως και ΄γω, περιμένοντας το πέρασμα του.
Και ήμουν εκεί τότε την τελευταία μέρα, όταν με την εκτόνωση των αερίων τον περιέβαλε το πορφυρό φωτοστέφανο, αυτό που οι τελευταίες αχτίνες του ήλιου έκαναν να χρυσίζει, δέκατα του δευτερολέπτου πριν ακουστεί ο κρότος που τα τελείωσε όλα.
Έβριζα την τύχη μου. Την τύχη μου και την ανάγκη μου. Γιατί χρειαζόμουν τα χρήματα, οι τοκογλύφοι πίεζαν την οικογένεια. Ένα πρωί φούντωσα, έδεσα τα πράγματα μου μπόγο και κατέβηκα από το χωριό στο λιμάνι, είχα γνωστούς και με σύστησαν. Έτσι μπάρκαρα τζόβενο στο στήμερ «Αλεξάντρια» με μπάρκο για Σαγκάη. Όλα καλά στην αρχή. Ο καπετάνιος έδινε τα όρντινα και εγώ έτρεχα πρόθυμος, να μάθω τη δουλειά. Περίεργος άνθρωπος. Προσπαθούσα να τονε γραδάρω, αλλά συμπέρασμα δεν έβγαζα. Έξυπνος άνθρωπος, γνώριζε το πλοίο του, κάτεχε το επάγγελμα, έτσι μου φαινόταν. Καβαντζάραμε τις Μαλβίδες και βγήκαμε στον Ινδικό. Τότε τον έπιασε τρέλα. Με το γυαλί κολλημένο στο μάτι, πότε στην αριστερή πότε στη δεξιά μεριά της κόντρα γέφυρας, ο τρελός ο συριανός, να κιαλάρει και ύστερα, σαν νόμισε ότι ξεφύγαμε από τους κουρσάρους που παραμονεύουν σ’ αυτά τα νερά και τους κοντραμπατζήδες, άρχισε να δίνει όρδινα να ρίξουν κάρβουνο στα καζάνια, να σηκώσει ατμό. Ούρλιαζε σαν τον τρελό. Στο τέλος έσκασε το ένα καζάνι, πέντ' έξι μέρες ανοιχτά της Σιγκαπούρης, κατάκαψε τον κινέζο τον θερμαστή, είδαμε και πάθαμε να τονε σύρουμε μέσα απ’ την αθάλη. Και αυτός ο φουκαράς τρεις μέρες στριφογύριζε μουγκρίζοντας και την τέταρτη παρέδωσε. Καταμεσής της θάλασσας τον φουντάραμε αδιάβαστο, δεν ξέραμε τι θεό πιστεύει, μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων αντί για προσευχή, ραμμένο στο καραβόπανο. Μισερό το καράβι κοστάρισε έχοντας ρότα για το λιμάνι. Το τσούρμο κρυφομίλαγε, έστησα αυτί και έμαθα. Χρόνια βαστούσε αυτή η κόντρα με τον άλλο τρελό τον ανδριώτη, τον είχε δει με το γυαλί, όταν παραφύλαγε τους κουρσάρους. Τώρα που τον πέτυχε στο πέλαγος έτρεχε να πρωτοδέσει.
Άδικος κόπος. Δυο μέρες τώρα αρόδο να περιμένουμε τον τελώνη και οι σκύλοι να χορεύουν από κάτω μας, ξύνοντας με τις ράχες τους τη μοράβια στη σάπια καρίνα μας. Η άγκυρα βαθιά στα σκοτεινά νερά, σκάλα η αλυσίδα της, ν’ ανεβαίνουν οι γοργόνες τα βράδια μέχρι πάνω, να γλύφουν τα νερά τα άσχημα πρόσωπα τους και να αλυχτούν προσκαλώντας μας στα βάθη.
Και ΄γω να βρίζω την τύχη μου τη μαύρη, που δε θα τη βγάλω καθαρή, ας όψεται η ανάγκη πίσω στο χωριό και το χρέος.
Στην αρχή την έπιασαν με το καλό, κουβέντα στη κουβέντα, μετά έβαλαν μπροστά τον πρόεδρο και τον παπά, τον ενωμοτάρχη δεν τον ανακάτεψαν, σεβάστηκαν, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Αγύριστο κεφάλι. Έκανε βλέπεις κακό και στον τουρισμό, μόλις που είχε ξεκινήσει στο νησί τους, ο κόσμος ρωτούσε, πια είναι αυτή και τι κάνει και σκιάζονταν. Δεν είναι και λίγο να ξυπνάς ξημερώματα από τις κραυγές της. Την είπαν τρελή, δαιμονισμένη, αερικό. Κάποιοι φοβόντουσαν και έφευγαν.
Απ’ το χάραμα κινούσε, χρόνια, κλαίγοντας με λυγμούς και πήγαινε στο βράχο της, πάνω από τα αφρισμένα κύματα, αυτόν που πήρε το όνομα της μόνο μετά που έπεσε και στεκόταν εκεί όλη μέρα, χειμωνιάτικα, μεσ’ το κρύο, τους αέρηδες και το καλοκαίρι με το λιοπύρι, ακούνητη, ψάχνοντας το πέλαγος να δει σημάδι, που δεν είδε ποτέ, μία μικρόσωμη αδύνατη μαυροφορεμένη φιγούρα, με τα χέρια πότε γείσο πάνω απ’ τα μάτια της, για την αντηλιά και πότε σε στάση ικεσίας προς τους Ουρανούς και τη Θάλασσα.
Και όλα αυτά για μια ιστορία σχεδόν ξεχασμένη. Τότε που λογοδόθηκαν με το παλικάρι και πριν να φύγει με το «Ανδρος ΙΙΙ» την πείραξε «- μη φοβάσαι, της είπε, μόλις γυρίσω θα στεφανωθούμε…» και τον πίστεψε. Δεν ξαναγύρισε. Αυτή να τον περιμένει να στεφανωθούν ...
... και αυτός να παλεύει δύο μερόνυχτα με τα κύματα, αγκαλιά με δύο άδεια μπιτόνια, τα σωσίβια τα πήραν οι παντρεμένοι, μέχρι που τον κατάπιαν τα κύματα.
Τη μέρα που αποφάσισα να αλλάξω επάγγελμα χτύπησε το τηλέφωνο μου πολύ νωρίς. Στην πραγματικότητα δεν ήταν κάν μέρα, ήταν ξημερώματα και με κάλεσαν από την αστυνομική διεύθυνση να αναλάβω μία υπόθεση ανθρωποκτονίας. Ο δράστης είχε συλληφθεί επ’ αυτοφόρω, δεν αρνήθηκε τίποτα, ήταν έγκλημα αντεκδίκησης μου είπαν, δεν είχε δικηγόρο, ούτε ζήτησε. Ήταν, είπαν, μια απλή υπόθεση, απλά να τον προετοιμάσω για μια τυπική απολογία, να τους κάνω την χάρη. Συγγενής, σκότωσε τον φονιά μιας κοπέλας. Στην αρχή σκέφτηκα να αρνηθώ και να αλλάξω πλευρό, να συνεχίσω τον ύπνο μου, η υπόθεση δεν είχε ενδιαφέρον, αλλά σκέφτηκα ότι εγώ είχα ζητήσει να περιληφθώ στις καταστάσεις των συνηγόρων. Έτσι πήγα.
Πού κοιτάζεις έναν φονιά ; Κάποιοι συνάδελφοι στην τσέπη. Άλλοι δεν κοιτάζουν τον ίδιο κάν, κοιτάζουν αλλού, το ακροατήριο, να δουν αν παρακολουθεί την αγόρευση τους, τους δημοσιογράφους και τις κάμερες. Όταν τον πρωτοείδα, τον έφεραν με τα χέρια λυτά και θεώρησα ότι απολάμβανε ιδιότυπα προνόμια, κρατούνταν σε ένα γραφείο και όχι στα ρυπαρά κρατητήρια και οι δεσμώτες του, του φέρονταν με σεβασμό, σαν να αποδέχονταν την ηθική υπόσταση της πράξης του.
Πού κοιτάς λοιπόν ένα φονιά ; Και τι του λες ; Ασυναίσθητα κοίταξα τα χέρια του, δεν είχα ξαναδεί φονιά από κοντά, θέλησα να δω αν έχει αίμα στα χέρια. Δεν είδα, αλλά κοίταξα. Και μετά, συνειδητά τον κοίταξα στα μάτια, περιμένοντας να δω την παγερή ματιά του αμετανόητου εγκληματία ή τα πύρινα μάτια του μανιακού. Αυτό που είδα ανέτρεψε όχι μόνο το πλάνο υπεράσπισης μου, αλλά τη ζωή μου όλη και την επαγγελματική μου σταδιοδρομία. Μάτια καθαρά, συμπαθητικά θα ΄λεγα. Βλέμμα γαλήνιο.
Και όταν τον ρώτησα γιατί χάθηκε μια ανθρώπινη ζωή, με χαλαρή, σταθερή, σίγουρη φωνή μου μίλησε για ΤΟ ΧΡΕΟΣ.
Πέντε χρόνια σπουδές στη Νομική Σχολή, πτυχίο με άριστα, μεταπτυχιακό στην εγκληματολογία, δεκαοκτώ μήνες άσκηση στο πλευρό επιφανούς ποινικολόγου και όταν ανέλαβα την πρώτη μου ποινική υπόθεση ένα βλέμμα με έστρεψε προς τις ιδιωτικές συμβάσεις.
Δώδεκα χρόνια και κάτι μήνες, από τότε που έκλεισε πίσω του η βαριά σιδερένια πόρτα.
Από τότε που με ανακούφιση άκουσε την απόφαση της έδρας : «- Ένοχος !»
και ο δικηγόρος του είπε ευχαριστημένος «- Σπάσαμε τα ισόβια, με καλή διαγωγή θα βρεις στα δώδεκα χρόνια».
Τότε δεν τον ένοιαζε πολύ η ποινή, μόνο να καταδικαστεί, να τους ξεγελάσει, να μην το καταλάβουν.
Άλλαξε λίγο, όλο αυτό τον καιρό.
Δεν μετάνιωσε, αλλά όσο να ΄ναι το σκεφτόταν, τον βασάνιζε.
Και δεν μίλησε σε κανένα, ούτε όταν ήρθε εκείνος ο παπάς να τον εξομολογήσει, τον έδιωξε.
Μόνο άκουγε.
Την βρύση στο στενό κελί, μονίμως να στάζει, τον άλλο να ροχαλίζει, τις φωνές και τις βρισιές,
τα παρακάλια και τα παραγγέλματα.
Και είχε και την έννοια του παιδιού.
Να στάζει το δηλητήριο σταγόνα σταγόνα, μέρα τη μέρα, στις φλέβες του.
Τι να κάνει, πώς θα τα φέρει βόλτα. Αχ ! αναστέναζε.
Έδωσε οδηγίες στη γυναίκα, να φύγουν μακριά από το σόι των άλλων και να πάει το παιδί στο γιατρό, να δει τι θα κάνει, μη το χάσουν.
Μη κάνει κι άλλο κακό στη θολούρα του.
Και τότε τι θα γίνει, πως θα το κρύψουν, δεν θα μπορεί να το πάρει πάλι πάνω του εκεί μέσα που είναι.
Δώδεκα χρόνια αμίλητος, με τα μάτια ορθάνοιχτα τα βράδια, να κοιτάζει το άσπρο ταβάνι και να θυμάται. Αυτό που θα έδινε τη ζωή του να ξεχάσει.
Το παιδί, με τα χέρια τα ματωμένα πάνω απ’ το άψυχο κορμί της, ξεθολωμένο πια, έφυγε το δηλητήριο, να τον κοιτάζει με απελπισία και να του λέει : «- τι έκανα, πατέρα, τι έκανα ;»
Η απόφαση του άμεση, της στιγμής, όταν τα πήρε όλα πάνω του.
Και το σόι της κοπελιάς άγριο, άνθρωπο έχασαν. Δύο φορές κινδύνεψε, στη μεταγωγή και στο δικαστήριο.
Τη σκέφτεται κι αυτή, άδικο, άδικο.
Δώδεκα χρόνια. Πέρασαν.
Κανείς να μην έρθει, είπε, ούτε η γυναίκα, να μην υποψιαστούν, πρέπει να φανεί ότι με σιχάθηκες, της είπε.
Πέρασαν. Και τώρα να που πέρασε την πόρτα.
Τον είδε απέναντι, στην άλλη μεριά του δρόμου.
Περίμενε δίπλα στο αυτοκίνητο του.
Τρόμαξε να τον γνωρίσει, γερασμένος κι αυτός.
Και τότε κατάλαβε. Πρώτα ένοιωσε το κάψιμο, μετά άκουσε τον κρότο και μετά σκοτάδι.
Τρίτη πρωί ξεκίνησε το ταξίδι για τη διπλανή πόλη, αρκετή ώρα απόσταση με το αυτοκίνητο. Ο δρόμος άδειος, βροχή και ομίχλη, από το cd ακούγεται η γλυκά μονότονη – μονόχρωμη ; - φωνή του Μάνου Λοϊζου, από την εφημερίδα της Κυριακής, «… την ψάχνει στα λαμπρά σφαγεία των δρόμων … αυτήν που άφησε το πρόσωπο της στον καθρέπτη και αυτός ράγισε...» Αναρωτιέται, πώς θα’ ταν τώρα το πρόσωπο της αν... Και αυτός πάλι μόνος, πρόσωπο με πρόσωπο με αυτόν που φοβάται περισσότερο απ’ όλους, τον εαυτό του, τον λαβωμένο, με ό,τι προσπαθεί να αποφύγει. Πρέπει η σκέψη να λοξοδρομήσει σε άλλα θέματα. Η Βάσω και η Μαρία – το Μαρούλι ντε – που είναι αδελφές, προσπαθεί να τις φανταστεί μικρές, με κοτσίδια και κορδέλες και την μαθητική ποδιά, σε μια φωτογραφία δίπλα δίπλα χαμογελαστές. Και πάλι η σκέψη επιστρέφει σε επώδυνα θέματα. Σταματάει στην καντίνα στην άκρη του δρόμου, ποιός αλήθεια σκέφτηκε να φέρει εδώ καντίνα, ζητάει ένα καφέ, η μηχανή του αυτοκινήτου αναμμένη, το ίδιο και τα φώτα, στο βάθος τα χιονισμένα βουνά. Ο άλλος πίσω από τον πάγκο τον σερβίρει και κάνει να του μιλήσει, τον βλέπει σκοτεινιασμένο και διστάζει. Κοιτάζει ολόγυρα, πρωινή παγωνιά, καθαρός αέρας. Πρέπει να ξεκινήσει, να φτάσει εγκαίρως, την ώρα που αυτός θα βγαίνει αμέριμνος, θα νομίζει ότι έχει ξεχρεώσει ; να κάνει τότε το χρέος του. Νοιώθει το σίδερο κρύο, παγωμένο, έτοιμο, κουρνιασμένο στην πλάτη του. Θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο και με αυτόν, αλλά δεν τον φοβάται, μόνο τον εαυτό του πια φοβάται. Μπαίνει στο αυτοκίνητο και ξεκινάει.
Την καρδιά σου σε κύκλο διπλό να την κλείσεις, σε κύκλο από φλόγα, σε κύκλο από πάγο. Και στα χείλη ν' ανθίζει πικρό χαμογέλιο, ακούγωντας τον κρύφιο, παθών, τον Ιάγο.
Ό,τι εζήτησες να' ναι μακριά σου, μακριά σου. Κρυφά κι από 'σένα να τόχεις βαθιά σου. Στους μεγάλους τους δρόμους να φεύγεις αλήτης και να 'σαι εσύ η σκιά της σκιάς σου.
Τη φλόγα να κρύβεις κι απ' τον αδερφό σου, ηφαίστειο αναμμένο ώσπου να γένει. Και μια νύχτα η θύελλα που κρύβεις εντός σου να σε βρει σα φύλλο ξερό που το σέρνει.