Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Τα όνειρα που με ξυπνούν τα βράδια.




I.
Ανήμερα πρωτοχρονιά, με μια αστεία δικαιολογία κατέβηκα στο γραφείο.
H πολυκατοικία έρημη, κρύο και υγρασία.
Έβρεχε μέρες και είχαμε μουλιάσει.
Άνοιξα το κουτί και το έβγαλα προσεκτικά.
Έτοιμο, με τη γεμιστήρα γεμάτη, πέντε σφαίρες, έξι έπαιρνε όλες όλες, αλλά η έκτη πάντα προκαλούσε εμπλοκή.
Τέντωνε πολύ το ελατήριο, τι να σου κάνει, ενενήντα χρόνων και βάλε, κι ας ήταν colt.
Μόνο που τη γεμιστήρα την είχα τραβηγμένη λίγο έξω, φαινόταν αναποφάσιστη, όπως και εγώ.
Δεν θυμάμαι αν έγραψα τότε το γράμμα.
Μήπως ήταν την άλλη φορά όταν πήρα το αυτοκίνητο ;
Πάντως τότε που το έγραψα θυμήθηκα το ποίημα του Καρυωτάκη και αισθάνθηκα γελοίος.
Τέλος πάντων, δεν τα κατάφερα, δεν το αποφάσισα, ήταν και αυτά τα λόγια σου · όπως θες πες το.
Τελικά έβγαλα τις σφαίρες και τις έβαλα στη σειρά, πάνω στο γραφείο μου, ανάμεσα στα χαρτιά, σαν τα στρατιωτάκια που έπαιζα μικρός.
Τις κοίταζα και τις κοίταζα και σκεφτόμουν, πόσο μικρές είναι, 25άρες.
«Θα κάνουν άραγε ζημιά ;»
Η σκέψη της μόνιμης αναπηρίας δεν μου άρεσε καθόλου.
Τελικά κατέληξα όπως πάντα, να παίζω με το πιστόλι, με άδεια τη γεμιστήρα, κάνοντας πρόβες.
Να παίζω με το θάνατο και να θυμάμαι.

II.
Παραμονή Χριστούγεννα, το απόγευμα, πήρες την κούπα με τον αχνιστό καφέ σου και κάθισες στο τραπέζι απέναντι μου, πάνω στο ένα πόδι σου, όπως συνήθιζες.
Παράξενο που δεν κάθισες δίπλα μου.
Έντυσες το βλέμμα σου το διερευνητικό, με ένα χαμόγελο και με ρώτησες :
« - Που πάει ο χρόνος που περνάει ; Χάνεται ; Τι γίνονται οι αναμνήσεις μας ;»
«Γιατί με ρωτά ; » σκέφτηκα καθώς η σκέψη μου άρχισε να ταξιδεύει αλλού, δεν ήθελε και πολύ εκείνες τις μέρες.
Πέταξε σε κλάσματα του δευτερολέπτου, από στιγμή σε στιγμή, όλες ξεχωριστές και γεμάτες αγάπη. Τόσα χρόνια !

ΙΙΙ.
«- Έλα…».
Τα μάτια σου αυτά τα πάντα λαμπερά, μέσα στο μισοσκόταδο, στο λιτό φοιτητικό δωμάτιο, όταν το φως του στύλου έμπαινε σε χλωμές λωρίδες απ’ τα μισοκατεβασμένα στόρια της μπαλκονόπορτας. Με τις κόρες διεσταλμένες, από τον πόθο.
«- Έλα…».
Τα χέρια σου αυτά τα ζεστά, να κρατούν το μικρό σωματάκι ίσα που χωρούσε στο ένα χέρι σου, όπως το κρατούσες με στοργή κάτω απ’ τη βρύση για να του κάνεις μπάνιο. Και τώρα να έχει πάρει το δικό του δρόμο, ψηλός σαν ένα δέντρο.
«Κλαις ; Γιατί ;»
«Τρέμεις ! φοβάσαι ;»
«- Όχι κρυώνω».
«Πονάς ;»
«- Όχι ! Πεινάω».
«Φοβάμαι … φοβάμαι».
Κι άλλα, πολλά.
Το δικό μου χέρι τώρα, παγωμένο, τα γάντια της υπηρεσίας δεν μου έκαναν ήταν μικρά · κινήθηκε με δυσκολία, καθώς ήμουν πεσμένος μπρούμυτα μέσα στις λάσπες, έψαξε με αγωνία, μην το έχασα στη σύγχυση · «- Όχι ευτυχώς είναι ακόμη εκεί, στην εσωτερική τσέπη του τζάκετ». Το γράμμα σου, το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να πάρω από τη μονάδα, κλειστό ακόμη δεν το άνοιξα επίτηδες, ήθελα να έχω την γλυκιά προσμονή του. Όλο το βράδυ στην πυροβολαρχία βάζαμε τα ακόντια, υπολογίζαμε παρεκτροπή, μέσα στο σκοτάδι, όσο τα πλοία χάραζαν πολεμικά δρομολόγια.
Αυτά και άλλα, πέρασαν σε μια στιγμή, με μια σκέψη, γρήγορη σαν ηλεκτρική εκκένωση.
Εκείνες τις μέρες είχα κάνει έναν κατάλογο · τι φωλιάζει στην καρδιά μου και τι κρύβεται παραπάνω στο μυαλό· ποιος θα χαρεί, ποιος θα στενοχωρηθεί από την απουσία.
Καταχώρισα ακόμη και τα όνειρα μου, αυτά που με ξυπνούν πια τα βράδια.
Τα έσβησα όλα σε μια στιγμή, την ίδια στιγμή που επανέλαβες την ερώτηση σου.

IV.
« - Που πάει ο χρόνος που περνάει ; Χάνεται ; Τι γίνονται οι αναμνήσεις μας ;» επέμενες.
Τότε δεν μπόρεσα να στο κρύψω άλλο και σου απάντησα :
«- Στην καρδιά μας !»
Και ήρθε η απάντηση σου κεραυνός, προετοιμασμένη : «- Μα τότε τι γίνονται όταν αυτή σταματήσει ; πού πάνε τότε, δεν μπορούν να χάνονται τελικά. Κι αν η αγάπη φωλιάζει εκεί, που καταλήγει τόση αγάπη ;»
Έμεινα να σε κοιτάζω αποσβολωμένος, γυμνός από επιχειρήματα.
Με δυο κουβέντες σου μου άλλαξες τα σχέδια. Γιατί τότε κατάλαβα ότι δεν θα είναι εύκολη υπόθεση η υλοποίηση της απόφασης μου.
Το ήξερες ; Το είχες καταλάβει ; Γιατί μου ζητούσες επίμονα να σου δώσω πίσω το πιστόλι ;
«- Ήταν του συγχωρεμένου του πατέρα μου, σε παρακαλώ φέρτο μου».

V.
Δυο φορές προσπάθησα τον τελευταίο μήνα και τις δύο σταμάτησα στο παραπέντε.
Την πρώτη έμεινα ώρες να κοιτάζω το άδειο πιστόλι, στο γραφείο μπροστά μου.
Τη δεύτερη πήρα το αυτοκίνητο, όχι το μεγάλο, το μικρό το σαραβαλάκι. Αυτό που ποτέ δε συμπάθησες «- τι το κράτησες», γκρίνιαζες, «μόνο βάρος και έξοδα · σου χαλάει και το προφίλ, να σε βλέπουν να κυκλοφορείς με αυτό, θα λένε ότι πτωχεύσαμε» και εγώ γελούσα για το «φέρετρο» γιατί εγώ το έλεγα από μέσα μου φέρετρο, είχα βρει και το κατάλληλο σημείο εκτροπής του. Μέχρι και τους τίτλους των τοπικών εφημερίδων φανταζόμουν «Τραγικό δυστύχημα στο δρόμο καρμανιόλα».
Τελικά κατέληξα να κάνω μία μεγάλη βόλτα, στερημένος από τις ανέσεις του μεγάλου αυτοκινήτου μου, με το σαραβαλάκι να μουγκρίζει και να πλέει στο βρεγμένο οδόστρωμα και γύρισα στο σπίτι μας, άπραγος, έχοντας πάρει την απόφαση να το παλέψω, να κρατήσω όλες αυτές τις αναμνήσεις και την Αγάπη στην παλώμενη καρδιά και προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω αν ήμουν τραγικός, γελοίος ή απλά γενναίος.



Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω ...




Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω · εκεί στο ημίφως, στη μυρωδιά της μούχλας που ζούσες.
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια, που τ’ ανέβηκες εκείνο το απόγευμα κι ήρθες με γρήγορο βήμα, παρά την χωλότητα σου, να με ανταμώσεις μετά από καιρό.
Και όπως στάθηκες μπροστά μου, λαχανιασμένος, σκέφτηκα «- επιτέλους τα μαλλιά σου μεγάλωσαν πια, πέρασαν μήνες από την τελευταία τρέλα σου».

_._

Γιατί και τότε είχες χαθεί βδομάδες απ΄όλα τα στέκια ακόμη κι απ’ το «Τηνιακό» που πίναμε τις ρετσίνες κι εγώ ανησύχησα και σε έψαξα.
Σε βρήκα τότε στο υπόγειο σου, δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω, δεκατρία μισό, μετρημένα με ακρίβεια από μένα, κάθε φορά που κατέβαινα να σε βρω στο σπίτι σου, όπως το αποκαλούσες εσύ, στον τάφο σου, έλεγα εγώ.
Κι έμεινα τότε άφωνος – τίποτα δεν έπρεπε πια να μου προκαλεί έκπληξη σε σένα - μπροστά στο χαμηλό παράθυρο καθώς σκυφτός κοίταζα το παράξενο θέαμα : το κουρεμένο «γουλί» κεφάλι σου να πηγαινοέρχεται σε κύκλους.
«– Τι έκανες βρε τρελέ, γιατί κουρεύτηκες έτσι ;
- Για να μην ξαναβγώ έξω, πρέπει να διαβάσω να πάρω πτυχίο.»
Έπεσα κάτω και γελούσα κι εσύ με κοιτούσες με απορία σαν να έκανες κάτι απόλυτα φυσικό. Αυτός ήσουν.

_._

Στάθηκες εκείνο το απόγευμα μπροστά μου λαχανιασμένος, κι εγώ έψαξα στη ματιά σου την κλαμένη να ξαναθυμηθώ την χαρά σου, όπως τότε που ήρθες να μου δείξεις όλο καμάρι τα σημάδια του έρωτα πάνω στο σώμα σου.
Τότε που δεν σε ένοιαζαν τα ρούχα σου τα βρεγμένα, πάλι είχε πλημμυρίσει το υπόγειο, από την βραδινή νεροποντή.
Το υπόγειο αυτό, που ήταν χορηγία ενός μακρινού θείου, παλιά αποθήκη, δίπλα στο κλιμακοστάσιο, για να μπορέσεις να ζήσεις.
Γελούσες και χόρευες γύρω μου, γιατί δεν ήσουν πια παρθένος ούτε μόνος και εκείνη σε αγαπούσε.
Έψαξα εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα τη ματιά σου τη χαρούμενη αλλά έλλειπε.
Σκοτεινιασμένος.

_._

Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω, εκεί στο υπόγειο της Ασκληπιού, το πέμπτο απ’ αυτά πιο χαμηλό για να παραπατάς πάντα, όποτε τα ανέβαινες, τέσσερα χρόνια και κάτι μήνες, αφημένος στην τύχη σου, να κοιτάζεις πίσω από τα στραβοριγμένα στόρια, την εκκλησία απέναντι, που σου έκρυβε τα αστέρια · μα κανένας Θεός για σένα.
Τέσσερα χρόνια και κάτι μήνες, με δουλειές του ποδαριού, πείνα και στερήσεις, για ένα κωλοπτυχίο της νομικής, μέχρι να εγκαταλείψεις τα πάντα και να χαθείς από τη ζωή μου.

_._

Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουν φίλος σου, και ίσως ο μοναδικός σου σύνδεσμος με αυτόν τον κόσμο των ζωντανών, όσο και αν έψαξα δεν σε βρήκα, δεν σε είδα άλλη φορά από εκείνο το βροχερό απόγευμα που ανέβηκες γρήγορα τα δεκατέσσερα σκαλοπάτια, παραπάτησες στο πέμπτο, και ήρθες τρέχοντας, με το πιο σκοτεινό σου βλέμμα, να μου πεις πως "δεν μπορούσε να είναι αυτό η αγάπη" και ότι κάτι είχες κολλήσει και πονούσες εκεί χαμηλά.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Ιδανικός πλην Ανάξιος ...




Πεθαίνει !
Το νιώθω, ακούω το ρόγχο της, κάθε φορά που θα την επισκεφτώ και μένω με την απορία : πόσο θ’ αντέξει ;
Δεν ήταν πάντα έτσι.
Την θυμάμαι, άλλες εποχές, όμορφη και αγαπημένη, την Αθήνα τον Αύγουστο, να μου ξεδιπλώνει τα θέλγητρα της νωχελικά.
Μόνο όποιος έχει μείνει μόνος εκεί, τέτοια εποχή, την αγαπά αληθινά.
Έτσι κι εγώ, να τριγυρνάω τα απογεύματα στους έρημους δρόμους, ψηλά στου Ζωγράφου μέχρι τα Άνω Ιλίσια, να κατεβαίνω με το 222 κάτω στο κέντρο, στην Πατησίων, να μυρίζω τον αέρα.
Ο αέρας της Αθήνας έχει διαφορετική μυρωδιά, αρώματα άγνωστα στους πολλούς.
Κάποτε έβρισα μία χαζογκόμενα, που μου είπε την εξυπνάδα, ότι ο αέρας της Αθήνας μυρίζει καυσαέριο.
Με πέρασε για τρελό. Δεν ξέρω μπορεί και να είμαι.

Εκεί λοιπόν στις βόλτες μου στην άδεια Πατησίων, μέχρι να καταλήξω στο «Ηλέκτρα» ή το «Αελλώ».
Κάποιες φορές, δεν το κρύβω, λοξοδρόμησα και προς Φυλής και Αχαρνών, αλλά άστα αυτά, δεν είναι για να τα λέμε.
Άλλωστε πάνε χρόνια τώρα, πάνω από είκοσιπέντε.

Πάντα μόνος λοιπόν τον Αύγουστο.
Από τότε, Αύγουστος ήταν · ή μήπως Σεπτέμβρης ;
Όχι, Αύγουστος του ΄82, ο Μάνος ζούσε ακόμη, τότε που με άφησες, με δυο κουβέντες που δεν τις κατάλαβα ποτέ.

- Φεύγω !
- Δεν μπορείς, ακόμη έχεις τα αποτυπώματα μου στο κορμί σου...
- Δεν ξέρεις ν αγαπάς …
- Δεν ξέρεις ν αγαπιέσαι.
- Ο καθένας έχει τη ζωή που του αξίζει …
- Ναι, αλλά όταν κλείσω τα μάτια ονειρεύομαι μια άλλη ζωή.

Κι έφυγες. Έκλεισες με θόρυβο πίσω σου την πόρτα, κι άκουσα την ηχώ στο άδειο δυαράκι.

Ψέματα σου είπα τότε, δεν ονειρευόμουν τίποτα.
Μόνο εσένα έβλεπα όταν έκλεινα τα μάτια μου.
Όπως μισοκοιμόμουν ξαπλωμένος στον καναπέ, έναν καναπέ και μία ασπρόμαυρη τηλεόραση στο τραπεζάκι, αυτά ήταν τα έπιπλα του σαλονιού μας · α, και το τηλέφωνο, ένα μαύρο σήμενς, στο πάτωμα κι εσύ με την κιθάρα σου, την κουτσή κιθάρα που σου έλεγε ο Μάνος, καθιστή δίπλα μου, να μου τραγουδάς το Νανούρισμα του κι εγώ να ξυπνώ από ζήλια.

Σε ζήλευα πάντα, ήσουν πολύ όμορφη, πώς να σαι τώρα άραγε, έχω να σε δω από τότε.
Σου κράτησα κακία.
Ξέκοψα απ’ την παρέα, με ρωτούσε κι η Δώρα – γιατί; - μέσα στα κλάματα της, ο Μάνος είχε χειροτερέψει και φοβόταν τα χειρότερα, αυτά που ήρθαν ένα μήνα αργότερα.
Με πήρε τηλέφωνο τότε.
- Νίκο, πάει ο Μάνος, τον έχασα και έκλαιγε. Κι εγώ το μόνο που ρώτησα ήταν : η Αθηνά τι κάνει ;
Δεν πήρα απάντηση, ένοιωσα την απορία της πέρα από το ακουστικό.

Ξέκοψα απ’ την παρέα, από ζήλια, από κακία ή από περηφάνια ; Δεν ξέρω.
Μάλλον δεν μπορούσα να σκέφτομαι, πόσο όμορφη ήσουν, πόσο καλά τραγουδούσες, πόσο καλύτερα από εμένα έπαιζες κιθάρα, πόσο σε αγαπούσα, πόσο ξένη ήσουν.

Τότε άρχισα τις βόλτες μου στην συνονόματη σου, την Αθήνα.
Για λίγα χρόνια, μέχρι να φύγω μακριά.
Αλλά τον Αύγουστο πάντα επιστρέφω. Μόνος. Με κάποια αστεία δικαιολογία. Δεν ξέρω αν με πιστεύουν, αλλά δεν με ενδιαφέρει στο κάτω κάτω.
Και τώρα βλέπω πως την χάνω κι αυτήν.


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Στην αγκαλιά του Μπόμπου ... εκεί στην αρκουδοχώρα ...







Ήρθε πάλι ξαφνικά, χωρίς λόγο, θα μπορούσα να πω,
αλλά έτσι λέω πάντα.
Έρχεται συχνά και εγώ έχω μάθει πια να το αναγνωρίζω.
Πρώτα αυτή η αδυναμία να κοιμηθώ.
Τρεις απόπειρες χθες το βράδυ.
Και αυτή η τάση να σηκωθώ από το κρεβάτι, αθόρυβα, να μην τους ανησυχήσω και να αρχίσω να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω … μα από πού να ξεφύγω ;
Πώς μπορείς να ξεφύγεις από τις σκέψεις σου και το άρρωστο μυαλό;

Ακολουθούν οι φαντασιώσεις και τα σχέδια.
Αλλά προηγείται μία διαπίστωση.
Ή ίσως «διαπίστωση» : είμαι περιττός,
είμαι βάρος, προκαλώ προβλήματα και ζημιά στους δικούς μου !
Και τότε με φαντάζομαι άλλοτε κρεμασμένο, και άλλοτε να αιωρούμαι στο κενό, με τα μάτια ήδη θολά, να κοιτάζουν το άπειρο, ή ακόμη και να πλέω στο νερό, ανάσκελα χωρίς αισθήσεις, πόσες φορές είδα και ξανάδα αυτή την σκηνή από το «Ηereafter».
Και αρχίζουν σιγά σιγά τα σχέδια.
Όποιος με δει να οδηγώ εκείνες τις ημέρες θα κάνει τη διαπίστωση ότι είμαι τρελός.
Καμία προσπάθεια αποφυγής του κινδύνου, αντίθετα συνεχής έκθεση σε αυτόν,
παράτολμα προσπεράσματα και ανίχνευση σημείων στην διαδρομή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο μοιραίο με μία απλή εκτροπή του αυτοκινήτου.
Προσέχω όμως, να μην είναι και στη δική της διαδρομή.
Δεν θέλω να περνάει από το σημείο εκείνο και να αναλογίζεται τι συνέβη.
Βρήκα και κάτι ισχυρά υπνωτικά χάπια, δεκαέξι λευκά μικρά κομπάκια, τα κουβαλάω πάντα μαζί μου, ίσως να βοηθήσουν και αυτά.
Βέβαια αν περνούσε από το χέρι μου, θα έφευγα μακριά σε ένα δάσος και θα έμενα κάτω από το πιο μεγάλο δέντρο του,
μέχρι η σήψη να με κάνει ένα με τις ρίζες του
και από εκεί να περάσω στον κορμό και τα φύλλα του και στον αέρα.
Αλλά δεν μπορώ να το επιλέξω αυτό, δεν αρμόζει στους δικούς μου αυτή η αναμονή,
το μαρτύριο της αφάνειας.
Καλύτερα κάτι συγκεκριμένο, έστω και βίαιο, που όμως χαρίζει την βεβαιότητα.
Τη βεβαιότητα του θανάτου.
Κάποτε συνέταξα και το γράμμα.
Ζήτησα μόνο δύο πράγματα.
Τελετή σε πολύ κλειστό κύκλο και να μην φορέσουν τα παιδιά μαύρα.

Θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι αστεία αν δεν ήσαν τραγικά.

Και όμως, απόψε ένα βλέμμα τα άλλαξε όλα.
Έτσι όπως σηκώθηκα, βράδι πάλι, μόνος μου, με τάση να τρέξω μακριά, να αποδράσω από τον εαυτό μου ... τον είδα στο δωμάτιο του να κοιμάται.

Ο Μπόμπος, ο μαλιαρός, άσχημος, γλυκούλης καφετής αρκούδος ήταν εκεί ξαπλωμένος και κοιμόταν αγκαλιά με τη μικρή μου.
Όχι, δεν κοιμόταν αυτός !
Αυτή μόνο κοιμόταν και αναστέναζε στην αγκαλιά του.
Αυτός με κοίταζε με αυτό το μπλαζέ και ενοχλημένο του ύφος.
Και τότε γύρισε και μου μίλησε.
- Πού πας, δεν μπορείς να φύγεις, εγώ δεν μπορώ να αναλάβω τα καθήκοντα σου. Την βλέπεις, θέλει κάποιον κοντά της να αγαπάει.
Γύρισα αμέσως πίσω στο κρεβάτι πλάι στο ζεστό κορμί της γυναίκας μου.
Ξάπλωσα αθόρυβα και στην ερώτηση της «– Πού ήσουν ;» απάντησα : «- Στην τουαλέτα αγάπη μου, κοιμήσου». Ήθελα να της πω ότι έχει βάψει ωραία τα νύχια των ποδιών της, αλλά δεν της το είπα.
Μόνο που άπλωσα το χέρι μου και άγγιξα τα παχάκια της.
Αύριο είναι πάλι μέρα.


Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Κάποιο τρελό παιδί



Την περίεργη μορφή του πρωτοαντίκρυσα από την κάμερα ασφαλείας στην είσοδο του γραφείου και σκέφτηκα δύο φορές να μην ανοίξω.

Τελικά άλλαξα γνώμη, χωρίς ακόμη να μπορώ να εξηγήσω το γιατί.

Συνήθως είμαι πολύ προσεκτικός, ιδίως αργά το βράδυ, όταν τα υπόλοιπα γραφεία είναι άδεια και το κτίριο σκοτεινό και έρημο.

Μπήκε μαυροφορεμένος, με πέτσινο μπουφάν, τα μαλλιά του ανακατεμένα και ένα βλέμμα, από επιφυλακτικό και οργισμένο συνάμα.

«Μπλέξαμε !», η πρώτη μου σκέψη.

Μέχρι που μου μίλησε.

Η φωνή του έβγαζε μία απίστευτη ευγένεια.

Ζήτησε να περάσει μέσα και αφού συστήθηκε προσπάθησε να μου εξηγήσει τον λόγο που βρέθηκε στο γραφείο μου.

Αφορούσε μία πολύ παλιά υπόθεση που είχα χειρισθεί, ίσως και πριν από δεκαπέντε χρόνια.

Κάποια ποινική δίκη, με μηνύτρια την μητέρα του, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προστατέψει το παιδί της.

«… Θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακό καιρό…» θυμήθηκα το ποίημα του Βάρναλη.

Το παιδί ήταν ο νεαρός που είχα μπροστά μου απόψε, να μου μιλάει διστακτικά στην αρχή και αποφασιστικά στη συνέχεια.

Μου εξήγησε ότι η μητέρα του είχε πεθάνει από χρόνια και αυτός (μόνος του υπέθεσα) ζούσε πια στην γειτονική πόλη, αλλά αναζητούσε περισσότερες πληροφορίες, στοιχεία για την υπόθεση και τις καταθέσεις των γειτόνων, ήθελε να αποκαταστήσει τη μνήμη της.

Όση ώρα μιλούσε τον κοίταζα και προσπαθούσα να διακρίνω στο χέρι του «… το φιλί της Παναγιάς και το μαχαίρι …»

Μάταια.

Η μάνα του, που δεν τραγουδούσε, αλλά έκλαιγε, τότε, πριν από πολλά χρόνια, μπροστά μου, στο παλιό, το μικρό μου γραφείο, όταν μου διηγούταν τις καθημερινές προσβολές και τους προπηλακισμούς, εις βάρος της για το «’ξώγαμο, τρελό παιδί», το παιδί που πετροβολούσαν τα άλλα στο μικρό χωριό και αυτή κρατούσε κλεισμένο στην αυλή της.

Το παιδί που μεγάλωσε μετά το θάνατο της στο ίδρυμα και απόψε βρισκόταν ενώπιον μου.

« - Λυπάμαι πολύ, δεν μπορώ να σας βοηθήσω», του απάντησα. «βλέπετε κρατάω αρχείο μόνο από τις σοβαρές ποινικές δικογραφίες. Σίγουρα όμως θα βρείτε στοιχεία και τις καταθέσεις των μαρτύρων, στο Πλημμελειοδικείο».

Έκανα πως δεν θυμάμαι καλά, η αλήθεια είναι όμως ότι θυμόμουν περισσότερα απ’ όσα θα περίμενα και εγώ ο ίδιος, άλλο ανεξήγητο και αυτό. Όση ώρα μου μιλούσε, τόσο ανασύρονταν από τη μνήμη μου όλες οι λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Όντως δεν ήταν σημαντική υπόθεση, μια απλή εξύβριση αρμοδιότητας μονομελούς πλημμελειοδικείου, αλλά θυμόμουν την απελπισία της μάνας, στην προσπάθεια της να αντιμετωπίσει ποινικά την πλέον θρασεία από τις γειτόνισσες.

Μετά από λίγο απογοητεύτηκε και σηκώθηκε να φύγει, αφού μου ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση.

Λοιπόν η αφή είναι μία από τις πέντε αισθήσεις, δεν ήξερα όμως τη σημασία της μέχρι εκείνο το βράδυ.

Έτεινε το χέρι του σε χειραψία και ανταποκρίθηκα.

Αυτό δεν ήταν χέρι, ήταν νερό και αέρας μαζί, τόσο απαλό και καθαρό –δεν είχε σωματικά υγρά, ιδρώτα αυτός ο άνθρωπος ;-, σαν να γλιστρούσε μέσα από το δικό μου, κι άλλοτε σαν να με έσερνε σε περιδίνηση σηκώνοντας με ψηλά, πάνω από το σώμα μου, κι όλα αυτά στα λίγα δευτερόλεπτα της σωματικής αυτής επαφής.

Η πρώτη μου αντίδραση μπερδεμένη.

Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, έτρεξα στην τουαλέτα και πλύθηκα, σαν να ήθελα να βγάλω από πάνω μου κάθε ανάμνηση της συνάντησης μας.

Αλλά όταν ξαναγύρισα στο γραφείο με περίμενε μια ακόμη έκπληξη.

Μέσα πλανιόταν ένα άρωμα, περίεργο και μεθυστικό.

Ήμουν σίγουρος, ήταν από αυτόν, δεν το είχα όμως μυρίσει πριν, μόνο τώρα που έφυγε.

Είχε καταλάβει όλους τους χώρους του γραφείου μου.

Βγήκα τρέχοντας σαν τον τρελό, κατέβηκα τις σκάλες και έψαξα τους γύρω δρόμους.

Πουθενά, ούτε ίχνος, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.

Την επομένη επικοινώνησα με τη γραμματεία του Πλημμελειοδικείου, να μάθω αν πήγε. Τίποτα !

Τι δαίμονας ή άγγελος ήταν αυτός ;

Ήταν πραγματικός ή αερικό ;

Τον συνάντησα ή τα φαντάστηκα όλα ;

Όχι της φαντασίας μου ήταν, πρέπει να δουλεύω λιγότερο, να μην κάθομαι μέχρι αργά στο γραφείο.

Μόνο μετά από βδομάδες, όταν πήρα το σακάκι μου από το καθαριστήριο μου παρέδωσαν και ένα ξεφτισμένο χαρτάκι, που βρέθηκε στην τσέπη.

Αναστορήθηκα τότε, την ώρα που έφευγε, με παρακάλεσε με την ευγενική φωνή του, αν θυμηθώ κάτι παραπάνω για να τον βοηθήσω, να τον καλέσω στο τηλέφωνο και μου έχωσε το χαρτάκι στην τσέπη.

Στο χαρτάκι έγραφε με μολύβι, "Πάνος Γεωρ…..ης" και το τηλέφωνο σβησμένο από το πλύσιμο.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Μια νεράιδα με μάτια αμυγδαλωτά ...






Πριγκίπισσα του σπιτιού μου, ασπροντυμένη, σα νυφούλα, που δεν θα σε δω ποτέ.

Κάθε λίγο γυρνάς και με κοιτάζεις και λειώνω.

Κι ύστερα μικρή νεράιδα, που ζουζουνίζεις με τα διάφανα φτερά σου, γύρω μου, με το βήμα σου το ασταθές.

Με το μαγικό σου ραβδάκι, με ακουμπάς, λες τα μαγικά σου λόγια, στην γλώσσα σου την ακατάληπτη κι εξαφανίζεις όλες τις κακές μου σκέψεις, την κούραση, τον πόνο και την αγωνία μου.

Ανοίγω την αγκαλιά μου και τρέχεις να κρυφτείς μέσα, αλλά δεν ξέρω τι φοβάσαι, δεν ξέρω τι σκέφτεσαι και πώς με βλέπεις.

Μου αρκεί όμως ότι νοιώθεις την αγάπη μου.

Ξέρω ότι δεν θα σε δω νυφούλα. Ξέρω ότι δεν θα σε δω να μεγαλώνεις πολύ. Ξέρω ότι δεν θα μιλήσουμε ποτέ την ίδια γλώσσα.

Μια παραξενιά της φύσης ; Όχι ! η αγάπη στη σύλληψη σου, αυτή φταίει.

Σου φιλάω τα λευκά χεράκια, κι ύστερα τα μάτια τα αμυγδαλωτά.

Ξέρω ότι δεν θα σε δω νυφούλα. Ξέρω ότι δεν θα ζήσεις πολύ. Αλλά ξέρω ότι θα σε ακολουθήσω αμέσως.

Σε ένα άλλο κόσμο, ένα Παράδεισο πολύχρωμο, σαν τα όνειρα σου, τότε που γελάς στον ύπνο σου κι εγώ ξυπνώ και σε χαϊδεύω.

Σε ένα Παράδεισο δικό μας, χωρίς περίεργα και συγκαταβατικά βλέμματα, χωρίς ψίθυρους. Ένα Παράδεισο που θα σου κρατώ συνεχώς το χέρι και θα είμαστε μόνοι μας, με συντροφιά τα δέντρα, τα λουλούδια και τα πουλιά.

Φιλώ τα μάτια σου τα αμυγδαλωτά και τα προτεταμένα μήλα του προσώπου σου, που φανερώνουν τα σύνδρομο σου, το σύνδρομο της Αγάπης μου, κοκκινίζουν από έξαψη.




Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Φυλάνθη και Πάνος ή τα απογεύματα της Κυριακής είναι πάντα μελαγχολικά.




Σκούρα φιγούρα … μπήκε σαν το κυνηγημένο αγρίμι, στάζοντας τη βροχή στο πάτωμα και έπιασε πλάτη στο πίσω μέρος του βαγονιού, κρύβοντας το τρέμουλο στα χέρια του, μέσα στις τσέπες του μαύρου γυαλιστερού καλοκαιρινού σακακιού, με το παράταιρο παντελόνι, τόσο τραγικά αστείος με τα πιο επίσημα φτηνά μεταχειρισμένα ρούχα του, αυτά που φόρεσε για να τις εντυπωσιάσει.

Κι όμως γελούσαν, μεσ’ τα φανταχτερά τους εσώρουχα «-Αφού δεν μπορείς, τι έρχεσαι και ξανάρχεσαι βρε αγόρι, να ξέρεις ότι αυτή τη φορά θα πληρώσεις κανονικά...»

Αυτός πήρε τον ηλεκτρικό από τη Βικτώρια, ήρθε τρέχοντας από τη Φυλής.

Εκείνη ανέβηκε στο Θησείο, σέρνοντας τη βαριά βαλίτσα της, στο ταξίδι της επιστροφής, με τα βλέφαρα βαριά μετά τα συνεχόμενα ξενύχτια, πάρτυ τα έλεγαν στο πρακτορείο. Εκεί σουλατσάριζε, κάτω από τα φώτα, με τα πεινασμένα βλέμματα γύρω της, κρατώντας ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι, που δεν μπορούσε να το πιεί. Κι έκρυβε εκτός από το όνομα της και την ηλικία της, κάποιοι αποφεύγουν τα περίεργα ονόματα και τα ανήλικα κορίτσια.

Και στην μητέρα της, που της τηλεφωνούσε από το νησί, να ρωτήσει πώς πάει το φροντιστήριο για το πανεπιστήμιο απαντούσε με μία λέξη «-Καλά».

- Αχ ! Μάνα, μάνα, όταν έβαλες στο χέρι εκείνα τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα, αχ μάνα, τι νόμιζες, ότι φτάνουν για το φροντιστήριο, πώς τα μάζευες, λίγα λίγα από το υστέρημα.

Αχ ! Μάνα δεν ξέρεις τίποτα.

Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν δύο φορές, μία στη διαδρομή και μία πριν το τέλος, εκεί πίσω από το σταθμό του Πειραιά, στα βρώμικα στενάκια, πάνω στην κραυγή της.

Κι αν τη ματιά της σημάδευε η φτηνή μάσκαρα –δεν ήταν αδιάβροχη- τα δικά του δάκρυα δεν είχαν να λειώσουν τίποτα.

Κι η Φυλάνθη, που συστηνόταν άλλοτε ως Φαίη και άλλοτε ως Φίλια, που στα δεκαεπτά της νόμιζε ότι γνώρισε τον πόνο και όλη την αντρική βιαιότητα, συμπυκνωμένους πάνω στο ματωμένο της εσώρουχο, τότε, μετά το τελευταίο πάρτυ, έκανε λάθος, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμη τον πόνο από την κρύα λεπίδα του Πάνου, πιο κρύα και από την καρδιά του την τσακισμένη.





Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Μάτια καστανά, προδότες ...

Δραγούμη 9.

Χίλια χιλιόμετρα και μια θάλασσα μακριά.

Δεν μπορείς να μου κρυφτείς, το ξέρεις ;

Ποτέ δεν μπορούσες.

Γιατί ό,τι δεν φανέρωναν τα λόγια σου, μου το προδίδαν τα μάτια σου.

Αυτά τα όμορφα ανοικτά καστανά, μάτια σου, τα αγαπημένα.

Που μου μιλούσαν, χωρίς να το ξέρεις, και μου ξεδίπλωναν όλα τα μυστικά σου.

Και εγώ ο άθλιος το εκμεταλλευόμουν.

Εκεί που ήταν γελαστά και ευτυχισμένα, θα έλεγα τα πικρά μου λόγια, μόνο και μόνο για να τα δω να αλλάξουν έκφραση, να μου πουν με τον τρόπο τους «-Γιατί ;», για να τρέξω να τα φιλήσω να τα δω να γελάνε.

Τα μάτια σου αυτά, γιατί μου τα κρύβεις τώρα ;



Δραγούμη 9.

Πολύ μακριά.

Πήρα τη φωτογραφία σου ηλεκτρονικά.

Πώς μπορείς ;

Πώς μπορείς και γελάς, κάτω από αυτά τα κακόγουστα σκούρα γυαλιά; τι κρύβουν ;

Πέρασαν τα χρόνια, το ξέρω, όμως να ξέρεις, ακόμη και τώρα, που μας χωρίζουν χιλιόμετρα και μυστικά, ποθώ να σε αγγίξω, να γευτώ τη σάρκα σου.

Και να φιλήσω τα μάτια σου.

Όπως τότε, θυμάσαι ; πριν πολλά χρόνια, στη διασταύρωση, περιμένοντας το φανάρι, δήθεν αδιάφορα, πλησίασα και σε ακούμπησα, για πρώτη φορά.

Και μου μίλησε για πρώτη φορά το βλέμμα σου.

Μου είπε αυτό που αρκετό καιρό μετά το άκουσα και από τα χείλη σου.


Ξέρω, πέρασαν τα χρόνια. Κι αν ο εγκέφαλος δεν αιματώνεται πια σωστά, ούτε το πέος, φτάνει να αιματώνεται η καρδιά.

Φοβάμαι …

Τα μάτια σου τι θα μου πουν

και αυτό τον επίμονο πόνο, πίσω αριστερά στην πλάτη, που με βασανίζει καιρό.

Γιατί είναι δύο μήνες που μου κρύβεις τα μάτια σου.

Και εγώ δεν ξέρω αν θα προλάβω να τα ξαναδώ.

Να μου ξαναφανερώσουν τα μυστικά σου εκεί στην Δραγούμη και τα γύρω στενά.



Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

test Τζίνα ...


Βραδιάζει πια και γυρνάω σπίτι, όπως κάθε μέρα.

Το τηλεκοντρόλ της γκαραζόπορτας δεν δουλεύει, έχουν τελειώσει οι μπαταρίες, μέρες τώρα και όλο ξεχνώ να στο δώσω να πας να τις αλλάξεις. Δεν πειράζει, θα αφήσω το αυτοκίνητο έξω.

Στο σπίτι όπως πάντα τα ίδια.

Ανοίγω την πόρτα και … δεν μυρίζω τίποτα.

Τι θα φάμε λοιπόν, πάλι απ’ έξω ; Α, θα σε μαλώσω !

Κι αυτή η ακαταστασία. Πόσες φορές στο έχω πει.

Να είσαι πιο τακτική, να μην αφήνεις το σπίτι έτσι, θα μπει ένας άνθρωπος (μα τι λέω) και τι θα πει για σένα. Δεν το θέλω.

Τα ρούχα μου ξεχασμένα πάνω στη σιδερώστρα, άλλα στον καναπέ, με το περιτύλιγμα του καθαριστηρίου. Τα πιάτα άπλυτα στον νεροχύτη.

Σε σκέφτομαι όμως και χαμογελώ … Πάλι ξεχάστηκες στο τηλέφωνο; ή στην τηλεόραση ; Το μάτια μου τότε πέφτουν στο σουτιέν σου, δίπλα στο κρεβάτι μας, το σηκώνω και το μυρίζω … μυρίζει εσένα. Όχι το άρωμα σου, εσένα. Και τότε …. τότε πρέπει πια να κάνω το «test Τζίνα».

Έτσι το λέω : «test Τζίνα». Από το όνομα σου.

Θα καθήσω στον καναπέ, δίπλα στα ρούχα από το καθαριστήριο και … θα χτυπήσω τρεις φορές τα χέρια μου, με κλειστά τα μάτια.

«Τest Τζίνα» ...

Και το σπίτι, ξαφνικά, θα γεμίσει μυρωδιές, από το σώμα σου, από το αφρόλουτρο σου, από το άρωμα σου, από το μουνί σου, από το πουκάμισο που μου έκαψες με το καινούργιο σίδερο, από το απαίσιο ρόστο που μαγείρεψες, αλλά εγώ το έφαγα για να μην σε στενοχωρήσω.

Θα γεμίσει και από τη φωνή σου, να τραγουδάς, να φωνάζεις, να γκρινιάζεις, να υστεριάζεις.

Κι απ’ τα μάτια σου τα μελιά, που τόσο μου λείπουν.

Μόνο αυτή την τελευταία σου φωνή, την πιο βραχνή φωνή, απ’ την χημειοθεραπεία, δεν θέλω να θυμάμαι.

Και εκεί στον καναπέ πέφτω σε λήθαργο για να ξυπνήσω το πρωί, άλλο ένα πρωί στη δουλειά με άδειο το μυαλό μου... μετά το «test Τζίνα».

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Δίλημμα ...




Είπα να φύγω ...
μα με κράτησε η Λύπη.

Είπα να μείνω ...
αλλά έχω κουραστεί.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Δύο κόσμοι ... χωριστά ...




Λαμποκοπάς !
Σε βλέπω και λειώνω.
Συζητάς με άνεση.
Πάντα στο κέντρο της παρέας και πάντα στο επίκεντρο όλων.
Με ευκολία περνάς από την κριτική της ταινίας του ενός, σε αναφορές πάνω στο τελευταίο ξενόγλωσσο σύγγραμμα του άλλου.
Δεν συγκρατώ τα ονόματα, είναι αργά και νυστάζω.
Αύριο θα ξυπνήσω στις έξι, πρέπει να παραδώσω την παραγγελία, θα περάσει νωρίς το φορτηγό.

Γυρίζεις προς το μέρος μου και μου χαμογελάς και φωτίζεται το δωμάτιο.

Δυο κόσμοι χωριστά.
Πώς να σ’ ακολουθήσω στον δικό σου ;
Εσύ σπουδές στις Καλές Τέχνες, στο εξωτερικό, διδακτορικά.
Εγώ ίσα που έβγαλα τα ΤΕΙ, ενώ δούλευα, τρία χρόνια αγγλικά στου «Στρατηγάκη».

Πώς ταίριαξαν τότε οι ώρες και βρεθήκαμε εκεί στο "Μικρό Καφέ" ;
Εγώ γυρνούσα από τη δουλειά και συ αγουροξυπνημένη για τον πρώτο καφέ.

Γυρίζεις προς το μέρος μου και μου χαμογελάς, καθώς προσπαθώ γρήγορα να κρύψω στις τσέπες μου τα τρύπια χέρια μου, τα νύχια μου με «πένθος» από το τυπογραφικό μελάνι.




Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

just say I love him ...




Κοντοστάθηκα έξω από τη χαμηλή πόρτα, η μουσική ακουγόνταν μέχρι πάνω, μελαγχολική, κάποιο σαξόφωνο έκλαιγε.
Το σκέφτηκα άλλη μια φορά, και ... μπήκα, κατέβηκα τις σκάλες στο υπόγειο, μου είχαν πει ότι θα την βρω εκεί .
Δεν ξέρω αν το έκανα επειδή ήθελα να την δω, όχι δεν ήθελα να την δω έτσι, μπορεί απλά να έφταιγε και η ζέστη που έβγαινε από κάτω, αυτή να με τράβηξε, γιατί έξω είχε υγρασία πολλή, περόνιαζε τα κόκαλα.
Άλλωστε το είχα ορκιστεί !




Κάθισα στην άκρη της μισοφωτισμένης αίθουσας, κοντά στον πάγκο του μπαρ. Δεν ήθελα να με δει.
Μετά βίας διέκρινα τη φιγούρα της στη σκηνή, όταν άρχισε να τραγουδάει, με την άχρωμη μελαγχολική της φωνή, την τόσο αγαπημένη. Την φωνή αυτή που μου είχε χαρίσει την λαγνεία της.
Το πρόσωπο της φωτισμένο απόκοσμα, μέσα στους καπνούς, λευκό, χλώμο, με τα χείλια μόνο να ξεχωρίζουν βαμμένα κόκκινα όπως τότε, όπως πάντα και τα μαλλιά της σηκωμένα ψηλά, όπως μου άρεσαν. Το άρωμα τους το έχω ακόμα και τη γεύση της σάρκας της ;
Πώς μπόρεσε ;
Κι αυτό το τραγούδι ... μου το είχαν πει. Ήταν για μένα.
Βλέπεις, η αγάπη δεν σηκώνει περηφάνια.



Just say that I need him as roses need the rain
And tell him that without him my dreams are all in vain
Just say I love him loved him from the start
And tell him that I'm yearning to say what's in my heart
Just say that I need him as roses need the rain
Tell him that without him my dreams are all in vain
If you should chance to meet him anytime anyplace anywhere
Say I was a fool to leave him
Tell him how much a fool can care
And if he tells you he's lonely now and then
Just won't you tell him that I love him
And want him back again

If you should see him anytime anyplace anywhere
Tell him I was a fool to leave him
Tell him how much a fool can care
And if he tells you he's lonely now and then
Won't you just say I love him and want him back again
Won't you just say I love him and want him back again



Θα μπορούσα τελικά να μείνω ... και να της μιλήσω, πέρασε καιρός.
Αλλά έφυγα, πριν να τελειώσει το τραγούδι.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες μου φάνηκε σαν να τραγουδάει με λυγμούς, μπορεί και να έκανα λάθος.
Τελικά εγώ είμαι πολύ περήφανος για να αγαπήσω.

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Έκτη βάρδια, στις νότιες θάλασσες ...





Φοβάσαι απόψε, ε ;
Όχι τον μουσώνα που στέλνει τα νερά ορμητικά,
να σπάσουν το τσιμέντο στα όκια,
σαν θεριά να μπουκάρουν
και να βγουν αφρίζοντας από τα κρουζέτα.

Όχι τις σκουριασμένες λαμαρίνες του «Πυθέα»
που τρίζουν στο κάθε φούντο,
στα μαύρα νερά εκεί στις νότιες θάλασσες.
Άλλο σε τρόμαξε απόψε.

Βάρδια έκτη, και συ ήρθες καταπρόσωπο με τον εαυτό σου.
Βάρδια έκτη, στο ημίφως πάνω απ’ το χάρτη,
παίζοντας στα χέρια σου δυο σελίνια.
Θα τα ξοδέψεις αύριο στο λιμάνι σε μια παράλογη αγορά.

Βάρδια έκτη και θυμάσαι την Ιουδήθ, που αλλού την έλεγαν Μαρία.
Ή μήπως ήταν η μικρούλα η Catherine ή η Λι ;
Πες ; Μολόγα ;
Το γυμνό κορμί της Μελουζίν, κρύο πάνω στο κρεβάτι του γιατρού,
με το πρόσωπο καταφαγωμένο από την αρρώστια,
αυτό θυμάσαι.

Μέθυσε, τρελέ και ψεύτη και διαφθορέα και εραστή και ντόμπρε και φίλε.
Που βαστάς το κρύο χέρι του δόκιμου πάνω στο πους-πους,
να τον παρηγορήσεις, πονάει η μαλαφράντζα.
Μην ανάβεις τα φανάρια, δεν έχει πούσι, τα μάτια σου είναι θαμπά.
Κι ασε την Παναγιά, δεν θα σε γλιτώσει απ’ το άδικο.

Φοβάσαι ε ;
Φοβάσαι τη στεριά.








Για τον Μαραμπού.

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Με την ανάμνηση ενός καλοκαιριού ...







«Όλα τα πήρε το καλοκαίρι,
Τ’ άγρια μαλλιά σου στη τρικυμία …
»
Οδυσσέα Ελύτη, από «Τα Ρω του Έρωτα», 1972.





Η δυνατή νοτιά χτυπούσε τα ξεδοντιασμένα παραθυρόφυλλα μέχρι να τα ξεχαρβαλώσει, στέλνοντας σε κάθε θυμωμένο ανοιγόκλειμα πύρινες ριπές φωτός και αρμύρας μέσα στην ακατάστατη κάμαρα, με το ξέστρωτο κρεβάτι.
Εκείνος σηκώθηκε, θάταν μεσημέρι πια και βγήκε έξω, στο λιοπύρι.
Μοναχική φιγούρα, πάνω στο βράχο, πάνω στα κύματα, πάνω στο νησί, στο σπίτι με τη μοναδική κάμαρα, με το ξέστρωτο κρεβάτι και το εικόνισμα στον ασβεστωμένο τοίχο.
Κοίταξε την απέναντι πλαγιά με τα λιόφυτα, να τα βάφει ο αέρας με ασημένια κύματα.

Πόσο να ζήσεις με την ανάμνηση ενός καλοκαιριού ;
Κι όμως έζησε εκεί, κοντά είκοσι χρόνια, με μια αγάπη που πονούσε πολύ και του ράγισε την καρδιά.
Μια σπασμένη καρδιά που, όσο κι αν παρακαλούσε, δεν του έδωσε το τέλος.

Αλλά το είχε πια πάρει εδώ και καιρό απόφαση.
Και απόψε ήταν η ώρα.
Το είχε καιρό βουτηγμένο στο πετρέλαιο, να ξεκολλήσει το αναθεματισμένο, το σκουριασμένο σίδερο.
Ξεκόλλησε, το είχε δοκιμάσει.
Θα έκανε τη δουλειά του ;
Του έσταξε και λίγο λάδι.
Κούνησε το ελατήριο, όλα θα πήγαιναν καλά, φτάνει να μην ήταν νοτισμένο το μπαρούτι.

Γιατί πόσο μπορεί να ζήσει κανείς
με την ανάμνηση ενός καλοκαιριού ;
Και μια τόσο μακρινή απουσία ;

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Ένα κόκκινο φουστάνι ...







Καθώς η αιθυλική αλκοόλη αναμίχθηκε με το αίμα, στο ημίφως των κεριών, χάθηκαν οι αναστολές μου.

Πρόβαλε τότε η μορφή σου, σαν μικρή μάγισσα στα κόκκινα.

Τα αρώματα σου πρώτα ερέθισαν τις αισθήσεις μου, όταν με τράβηξες στο παιχνίδι του έρωτα και με βύθισες στις πτυχές του.

Τώρα το βλέμμα σου αγκιστρώνεται στιγμιαία πάνω μου, όπως (δήθεν ;) αδιάφορα περιπλανάται γύρω.

Δεν με ξεγελάς !

Και αυτό το κόκκινο φουστάνι σου, να διαγράφει το αντικείμενο του πόθου μου.

Μάγισσα, γιατί είναι οι κόρες των ματιών σου διεσταλμένες ; Από τον πόθο ή από το ημίφως ; για μένα ή … ;

Δέσμιος της σαγήνης σου πια, τα υπέροχα πόδια σου φαντάζομαι τυλιγμένα γύρω μου, να με σφίγγουν, κατευθύνοντας με και δεσμεύοντας με, δίνοντας παραγγέλματα, στην αναζήτηση της ηδονής.

Να ξέρεις, Μάγισσα, τα πέταλα του ακριβού σου τριαντάφυλλου θα ανοίξω, θα μυρίσω τα αρώματα, θα γευτώ την αλμύρα του.

Και αυτά τα αρώματα και τους χυμούς του κορμιού σου θα κρατήσω, όσο μπορώ, να μου θυμίζουν την όμορφη πάλη μας.







Εικόνα : η Σιμόν ντε Μποβουάρ μπροστά στον καθρέπτη.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Στο Θησείο, μετά το "Εκράν"...




«- Το ένα σου φανάρι δεν ανάβει !» αυτό ήθελα να σου φωνάξω, αλλά εσύ είχες ήδη φύγει μακριά.
Ξημερώματα πια στο Θησείο, όταν με άφησες με το κόκκινο Φιατάκι σου, που όσο το πρόσεχες τόσες ζημιές έβγαζε.

Εκεί στα λεωφορεία για το Μεγάλο Πεύκο.
Εγώ με την μπατλ-ντρες και συ πιο όμορφη από ποτέ και πιο μακρινή, όταν μου πέταξες τη μαχαιριά : «- Η Αγάπη ! Αυτό μου λείπει πιο πολύ απ’ όλα ...».
Και έμεινα να σε κοιτώ αποσβολωμένος, καθώς έκλεισες με δύναμη την πόρτα σου και πάτησες το γκάζι.
Γιατί, βλέπεις, γνώριζα ήδη.

Πιό πριν, εκείνο το ίδιο βράδυ, το τελευταίο μας, μετά την παράσταση στο «Εκράν», έπαιζε μια ταινία με την Έλεν Μίρεν, πήγαμε στο δωμάτιο σου, και κάναμε έρωτα, όπως δεν είχαμε κάνει ποτέ άλλοτε, χωρίς φραγμούς, χωρίς «μη !».
Και στο φιλί επάνω, εκεί στην κραυγή του οργασμού σου, σα να πήρα την τελευταία σου πνοή και την ψυχή σου. Σα να ήσουν δική μου. Αλλά δεν ήταν έτσι πια, το είχα καταλάβει.

«- Η αγάπη, αυτό μου λείπει πιο πολύ απ’ όλα», εσύ πρόλαβες και το είπες.
« - Πρόσεξε, το πίσω δεξί φανάρι σου δεν ανάβει ! Θα πάθεις κακό», ήθελα, αλλά δεν πρόλαβα να σου το πω, πολλά δεν πρόλαβα να σου πω, έτσι όπως έτρεχες ξέφρενα να προλάβεις την ζωή.
Τη ζωή σου που τη μάτωσες καιρό μετά, πάνω σ αυτό το ίδιο τιμόνι.
Μόνο έμεινα αποσβολωμένος να κοιτώ το Φιατάκι σου να απομακρύνεται και συ μαζί του, απ’ τη ζωή μου, και να αναρωτιέμαι πώς καταφέραμε και μείναμε τελικά τόσο μόνοι.
Και ειλικρινά δεν ξέρω αν ήσουν εσύ που έφυγες από μένα ή εγώ επέλεξα να μην σε ξαναδώ, βλέπεις τα ήξερα πια όλα.

Δεν το ήξερες, αλλά σε είχα δει, μέρες πριν, τυχαία, σκαστός ήμουν από την μονάδα, να τον κρατάς από το χέρι.
Αυτός γνωστή φάτσα, από τα παλιά, απ’ τη σχολή, να τον κρατάς απ’ το χέρι και πιο πολύ με πείραξε πως τον κοιτούσες στα μάτια.
Και γω κρυμμένος πίσω απ τη γωνία να σας παρακολουθώ μέχρι που χαθήκατε απ’ τα δακρυσμένα μάτια μου.

Δεν ξαναπήγα στο «Εκράν», κι ας μου άρεσε τόσο, ήταν κι αυτό το τραγούδι του Μπίλυ του Καζούλη, κουβαλούσα την κασέτα του μαζί μου στο σάκο μου, πάντα πάνω πάνω, στο χακί το λουκάνικο, για να τη βρίσκω εύκολα, και την άκουγα εκεί ψηλά στα τριεθνή, μέσα στις λάσπες, μέχρι που έλιωσε στο walkman. Έτσι θυμόμουν την τελευταία μας παράσταση στο «Εκράν», α ! τη θυμήθηκα την ταινία, ήταν του Γκρίναγουέϋ «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του κι ο εραστής της», και την τελευταία μας βραδιά πρώτα στο δωμάτιο σου, στο Κουκάκι και μετά ξημερώματα στο Θησείο, στην αφετηρία δίπλα στα περίπτερα με τα διακριτικά λογοκριμένα πορνοπεριοδικά.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Οι τελευταίες μέρες ...

Ι.
Οι τελευταίες μέρες







Η φήμη κυκλοφορούσε μέρες, ότι ήταν πια αναπόφευκτο.
Η φήμη κυκλοφορούσε, αλλά εμείς δεν την πιστεύαμε στην αρχή.
Ή δεν θέλαμε να την πιστέψουμε.
Και μετά συνέβη.
Εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα ήρθε η διαταγή για την οπισθοχώρηση «Έσπασε το μέτωπο !»
Τότε γεμίσαμε πέτρες τους σωλήνες, τους σηκώσαμε ψηλά, έτσι είπε ο ανθυπολοχαγός
και τραβήξαμε τις μακριές σιρίδες, να μη χτυπήσουμε, το ένα μπουμ μετά το άλλο και άνοιξαν όλα, σαν μαργαρίτες ΄γίναν.
Όλα τα πυροβόλα της πυροβολαρχίας μας έσκασαν έτσι.
Μετά ρίξαμε όλα τα χαρτιά στον λάκκο μαζί με ό,τι δεν μπορούσαμε να μεταφέρουμε πάνω μας και τα κάψαμε.
Και πήραμε το δρόμο για τη θάλασσα.
Κάποιοι ντόπιοι απ’ την πυροβολαρχία κλαίγαν,
"- που πάμε ;" λέγαν, " τι θ΄ απογίνει ο κόσμος, θα τους περάσουν όλους μαχαίρι".
Τους υπόλοιπους δεν μας ένοιαζε, μόνο να φύγουμε πια θέλαμε.



Οι άλλοι όμως έτρεχαν πιο γρήγορα από εμάς.
Είχαν πια τον αέρα του νικητή.
Κι’ αν δεν τους βλέπαμε ακόμη τους αισθανόμασταν γύρω μας.
Μπαίναμε σε ένα χωριό και είχαν πρωτομπεί.

Λένε πως άμα δεις τον πρώτο σκοτωμένο συνηθίζεις.
Ψέματα !
Έτσι μπήκαμε και κείνο το πρωί.
Τα πρώτα σπίτια καμένα, αλλά η μυρωδιά του σάπιου ήταν που μας πήρε αμέσως
και έκανε τις τρίχες στον αυχένα μας να σηκώνονται, όπως του αγριμιού.
Τους είδαμε να κρέμονται από τον πλάτανο, πέντε ήταν, δικοί μας όλοι,
είχαν φύγει μια βδομάδα πριν, λιποτάκτες.
Οι στολές σκισμένες και οι λαιμοί τους ασυνήθιστα μακριοί κάτω από το βρόγχο.
Τους προσπεράσαμε αμίλητοι και φύγαμε από το έρημο χωριό.
Το κάψαμε.
Το ίδιο βράδυ ο τηλεγραφητής μάταια προσπαθούμε να πιάσει επαφή με το στρατηγείο,
ήταν ένας άλλος τηλέγραφος, γαλλικός είπαν, έστελνε συνεχώς τρία γράμματα όλα κι’ όλα, να μην μας αφήνει να συνεννοηθούμε.
Έτσι βαδίζαμε στα τυφλά, δέκα φορές παρά λίγο να πέσουμε πάνω τους, ευτυχώς οι ανιχνευτές μας έκαναν δουλειά.
Όταν είδαμε τη θάλασσα ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης,λες και βγήκε βαθιά μέσα από τη γης και όχι από μας.
Είδαμε τα πλοία, περιμέναν καπνίζοντας.
Την άλλη μέρα μπήκαμε σε ένα από αυτά και κινήσαμε για Πειραιά.






II.
Τα δυο κορίτσια




Σήκωσα τον γκρα καταπάνω του και ξάμωσα ίσια στο κεφάλι του, ανάμεσα στα μάτια.
"- Θα σε σκοτώσω κερατά Ρουμελιώτη", είπα, και άκουσα τη φωνή μου ήρεμη και αποφασιστική.
"- Μη το κάνεις ! Δεν είμαι άτιμος ! άλλαξα" με παρακαλούσε, "απ’ όταν μπήκα στο ευζωνικό έγινα άλλος άνθρωπος. Δεν το έκανα εγώ".
Τελευταία στιγμή δείλιασα, δεν ήξερα τι να πιστέψω.
Μια κοιτούσα αυτόν και μια το μεγαλύτερο απ’ τα κορίτσια, διπλωμένο στα δυο απ’ τον πόνο και με τα αίματα να τρέχουν στα πόδια του κάτω απ’ το κουρελιασμένο φόρεμα.
" – Αδερφούλα μου, αδερφούλα μου", έκλαιγε το πιο μικρό δίπλα του.
Τα πήραμε μαζί μας, κινήσαμε βιαστικοί να βρούμε την Ανεξάρτητη Μεραρχία, γυρνούσε εκείνες τις μέρες και μάζευε όσους μπορούσε τρέχοντας προς τα παράλια. Να τη βρούμε να ενωθούμε να γλυτώσουμε.
Το κορίτσι δεν μπορούσε να περπατήσει και το ανέβασα στο μουλάρι, το πιο μικρό έτρεχε πίσω του κλαίγοντας.
Πέταξα ότι μπορούσα, κράτησα τις σφαίρες και τα λαγήνια, να ΄χουμε να πίνουμε.
Πέθανε μετά από δυο μέρες, εκεί που καθόταν δίπλωσε στο πλάι, σαν το σπασμένο κλαρί.
"- Αδελφούλα μου, αδελφούλα μου..."
Έκανα δυο χρόνια να αγγίξω γυναίκα.
Και μετάνιωσα που δεν του έπαιξα του κερατά.





ΙΙΙ.
Στρατιωτικό Υλικό






Η διαταγή ήταν διαταγή και έπρεπε να την εκτελέσω.
Αρχικά φαινόταν παράλογη, αλλά ήταν σωστή από στρατιωτικής άποψης.
Το στρατιωτικό υλικό δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια του εχθρού.
Μου έδωσαν ένα πιστόλι, απ’ αυτά των αξιωματικών και μου είπαν "–Σύρε !"
Ο άλλος πάλι, πιο τυχερός, πάντα, πήρε το σφυρί.
Ξεκίνησαμε μαζί και ο άλλος σταμάτησε πρώτος, τα Φίατ ήταν σταματημένα πιο κοντά, τέσσερα πέντε όλα όλα.
Βάλθηκε με το σφυρί να χτυπά τις μηχανές.
Τον άφησα πίσω μου και προχώρησα προς τα πέρα εκεί που περίμενε το υπόλοιπο υλικό.
Πλησιάζοντας πρόσεξα ότι σε κάθε χτύπο του σφυριού αυτά τρόμαζαν, ανασήκωναν τα κεφάλια όλα μαζί, αλλά δεν είχαν πνοή να χλιμιντρίσουν.
Τόσα χιλιόμετρα πορεία, τρέχοντας φορτωμένα, να γλυτώσουν όλοι, από το Κάλε Γκρότο μέχρι τον Τσεσμέ.
Και τώρα, κοίταζαν προς τη θάλασσα, να έβλεπαν αλήθεια το ατμόπλοιο, αυτό που δεν τα χωρούσε ;
Καμιά τριανταριά επιταγμένα μουλάρια, με δεμένα τα πόδια, το ένα δίπλα στο άλλο.
Τόσα απέμειναν, μεταγωγικά, από τη Σμύρνη, πήγαν φορτωμένα την ορεινή και τα εφόδια, μέχρι πέρα από τον Σαγγάριο, κοντά στην Άγκυρα και από κει πίσω.
Πολύ περισσότερα όταν ξεκίνησαν, τα θέρισε η δίψα και η κακουχίες, ποιοι φουκαράδες τα περίμεναν πίσω ;

Όταν τελείωσα το αίμα έτρεχε ποτάμι, σχεδόν μέχρι τη θάλασσα.
Το στρατιωτικό υλικό δεν εγκαταλείπεται ποτέ στα χέρια του εχθρού.

Εκείνες τις μέρες του Αυγούστου, παρέδωσα το όπλο, άφησα τον περιττό εξοπλισμό και μπήκα στη γραμμή για το ατμόπλοιο, για τη Χίο.
Στα ανοιχτά είδα τον "Σιδηρό Δούκα" να περνάει βιαστικά, προς το λιμάνι της Σμύρνης, με τον καπνό ντουμάνι από τα δυό μεγάλα φουγάρα του
και την μπάντα του να παίζει χαρούμενα, στο κατάστρωμα.



IV.
Η τελευταία εικόνα Του





Ο πατέρας ήρθε τρέχοντας στο σπίτι, είχε βρει βάρκα για απέναντι.
Μαζέψαμε ότι προλάβαμε σε κασέλες και μπόγους,
εγώ κρατούσα την αδελφή μου απ’ το χέρι μη την χάσουμε.
Κατεβήκαμε στην προκυμαία, κόσμος πολύς, φωνές και παρακάλια,
γύρισα πίσω κάποια στιγμή και είδα καπνούς, όλοι έκλαιγαν.

Μας έβαλε ο πατέρας στη βάρκα, με φίλησε και μου είπε να προσέχω την μάνα και την αδελφή μου.
Δεν τον ξανάδα.

Η τελευταία εικόνα του που έχω είναι να σκύβει πάνω μου
με το καπέλο του το καλό κατεβασμένο χαμηλά στο πρόσωπο να κρύβει τα μάτια του τα δακρυσμένα, πρέπει να ήταν καστανά αλλά είχαν πάρει μια περίεργη πράσινη απόχρωση από τα δάκρυα.
Μετά γύρισε και έφυγε, να πάει στο μαγαζί.
Η διπλανή βάρκα μπατάρισε από το βάρος, πέσαν πολλοί πάνω της.
Βρέθηκαν στη θάλασσα, είδα να τους καταπίνουν τα σκούρα νερά.
Θυμάμαι και τα χέρια των ανθρώπων στην προκυμαία, απλωμένα προς τη μεριά της θάλασσας, εκεί που κάπνιζαν αδιάφορα τα μεγάλα γκρίζα καράβια,
με τα κανόνια σκεπασμένα και τις σημαιούλες, γιορτινές, στο κατάστρωμα.

Η αδελφή μου πέθανε από τύφο στον Πειραιά λίγους μήνες αργότερα, τη μάνα την έχασα το ΄70.
Ήμουν τότε έντεκα χρονών η αδελφή μου πέντε.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Θλιμμένα μάτια ...





Πρόσωπα δεν θυμάμαι, ούτε φυσιογνωμίες.
Δεν ξεχνώ όμως ματιές και βλέμματα.
Και αυτά τα θλιμμένα πράσινα μάτια τα έχω ξαναδεί.

Χθες βράδυ κάθισε δίπλα μου ένας άγγελος.
Μου χάρισε το βλέμμα του το μελαγχολικό, την θεία μυρωδιά του, την εύνοια του.
Η αύρα του με απομόνωσε από την κάπνα, την οχλαγωγία και την βουή της συγκέντρωσης και η παρουσία του έκανε όλα τα άλλα, ανούσια.

Ναι, τα έχω ξανασυναντήσει αυτά τα μάτια, τα τόσο αταίριαστα με το υπόλοιπο παρουσιαστικό της.

"- Τι θες από μένα ;
Δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που ζητάς, βλέπεις ... δεν έχω καρδιά.
"

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Τα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής μου ...





Ι.
«…. εσύ οπού να πας σ’ όποιο ταξίδι, σε λάθος στάση θα κατεβείς …»

Σίγουρα υπάρχουν τραγούδια που ξυπνούν αναμνήσεις, αλλά αυτό προκάλεσε την ολοκληρωτική μου κατάρρευση, όταν το ξανάκουσα μετά από πολλά χρόνια …..

Την γνώρισα στο μεγάλο αμφιθέατρο της σχολής, μέσα στην έξαψη των κινητοποιήσεων.
Τα άκομψα, θα ήταν ο πιο επιεικής χαρακτηρισμός, για την σημερινή αισθητική, ρούχα, υποδήλωναν σαφώς τα ιδεολογικά της πιστεύω, αλλά δύσκολα κατάφερναν να κρύψουν το κορμί της, που παλλόμενο μέσα στην ένταση, με μαγνήτισε αρχικά, μέχρι να στρέψει το βλέμμα της προς εμένα και να μου ρίξει την καταγάλανη ματιά της, που διέγραψε τα πάντα από την ύπαρξη μου.
Από εκείνη τη στιγμή βρέθηκα αλυσοδεμένος στο άρμα της και, πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι ο πόνος που μου χάραζε βαθιά το στήθος τα βράδια, στη μικρή γκαρσονιέρα μου, δεν ήταν παρά έρωτας, που ζούσα στη πιο βασανιστική εκδοχή του.
Ήταν ένας έρωτας στον οποίο παρέδωσα ενέχυρο όλο μου το είναι.
Άλλαξα τη ζωή μου, για να είμαι κοντά της.
Ανασύρθηκα από τα στενά μονοπάτια και τις σκοτεινές ατραπούς των σκέψεων μου, απαρνήθηκα την μοναχικότητα μου και περιέβαλα τον εαυτό μου με την εύθραυστη κρούστα της κοινωνικότητας.
Εγώ που ζούσα τη ζωή μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες και τα όνειρα μου, εγώ που κινιόμουν μόνο τα βράδια στα σκοτεινά σοκάκια, μετρώντας τις σπασμένες πλάκες των πεζοδρομίων, αλλοτριώθηκα, προσέγγισα τον δικό της κόσμο, με τον τρόπο που οι κομήτες προσεγγίζουν τον Ήλιο, οι τροχιές μας ήταν πάντα διαφορετικές, διασταυρούμενες από απόσταση ετών φωτός.
Και η προσέγγιση αυτή ήταν καταστροφική για μένα, καίγοντας και λειώνοντας με.
Ήταν αυτό που λένε, Έρωτας Ανεκπλήρωτος, ένας έρωτας στον οποίο δεν ενέδωσε, δεν παραδόθηκε ποτέ.
Σύμφωνοι, μου παραχωρούσε το σώμα της αρκετές φορές.
Οι ανάσες μας συχνά συγχρονίσθηκαν, η σάρκα της σφικτά έκλεισε τη δική μου, αγκαλιάζοντας με τη ζέστη της τους σπασμούς μου, αλλά τους δικούς της σπασμούς ηδονής δεν μου τους έδωσε ποτέ.
Η ώρα του τσιγάρου, αντί για χαλάρωση μετά την ικανοποίηση, ήταν για μένα η ώρα του επώδυνου παθητικού απολογισμού, όταν εκείνη σιγοτραγουδούσε, ξαπλωμένη ράθυμα στα υγρά από τον ιδρώτα σεντόνια, ισιώνοντας τις τρίχες του αιδοίου της ή σκουπίζοντας με τα χέρια της, τον ιδρώτα από την κοιλιά και το στήθος της, χαράζοντας ατέρμονες πορείες με το πόδι της, ή ψευτοπαραπονιόταν «- με πόνεσες…» και εγώ οδηγούμουν στην απόγνωση, γιατί την φανταζόμουν κουρσεμένη, στα χέρια άλλου και άλλου και άλλου, να σφαδάζει, να λαχανιάζει και να προσκυνάει τον ανδρισμό τους.
Και αυτά τα πανέμορφα γαλάζια μάτια τι να έχουν δει και θαυμάσει ;
Το στόμα της, που ποτέ δεν μου είπε το «-Σ’ αγαπώ» τι πρόστυχα λόγια εκστομίζουν τις στιγμές του πάθους ;
Ήταν ένας έρωτας και μία αγάπη χωρίς αντίκρυσμα.
Και έτσι χαθήκαμε.


ΙΙ.
Απόψε κείτεται πλάι μου.
Απόψε και χθες και προχθές.
Και κάθε βράδυ κάποια χρόνια τώρα, από εκείνη τη νύχτα.
Την κοιτάζω, καθώς το φως του στύλου, περνά μέσα από τα στόρια και της χαρακώνει το κορμί.
Όπως το χαράκωσαν τα Θηρία.
Είναι νεκρή !
Κοιτάζω το στήθος της να κινείται στο ρυθμό της ανάσας της, αλλά ξέρω ότι είναι νεκρή.
Από εκείνη τη νύχτα, όταν, μετά τη συγκέντρωση στη σχολή, την παραφύλαξαν στο σκοτάδι και έπεσαν πάνω της τα Θηρία, την κατασπάραξαν, με τις βίαιες διεισδύσεις και τινάγματα τους και την άφησαν γυμνή, σπασμένη κούκλα στην άκρη του πεζοδρομίου.
Εμένα σκέφτηκε τότε, και στο τηλέφωνο από το νοσοκομείο μέσα στα ουρλιαχτά της φρίκης της ξεχώρισα την έκκληση για βοήθεια, «… σε παρακαλώ βοήθησε με, θα τρελαθώ …»
Την πήρα στην γκαρσονιέρα μου, νεκρή, σπασμένη, σκισμένη, λεηλατημένη, να τινάζεται στο άγγιγμα, να ξεσπά και να κλαίει.
Και συχνά να την χάνω.
Να βυθίζεται τότε στη σιωπή, να σκοτεινιάζει.
Το σφριγηλό κορμί, απίστευτα πλαδαρό πια, μελανιασμένο, άτονο.
Τα λαμπερά γαλάζια μάτια της, γυάλινα.
Λέξεις τυπικές μέσα στην καθημερινότητα και ούτε μία φορά τη λέξη που δεν άκουσα ποτέ μου. «Σ’ αγαπώ !».
Δεν πρόλαβα ;

ΙΙΙ.
Ζω ακόμη στο περιθώριο.
Σκοτεινά μονοπάτια ορίζουν την πορεία μου.
Στενά σοκάκια με σπασμένες πλάκες στα πεζοδρόμια, λεροί δρόμοι, κρύβουν το Μίσος μου, στην αναζήτηση των Θηρίων.
Κάποιους τους βρήκα και τους τσάκισα.
Όρμησα πάνω τους με όλη την Οργή που μαζεύτηκε μέσα μου αυτά τα χρόνια και τους έσπασα στα δύο.
Με ικανοποίηση ρούφηξα την κάθε στιγμή της αρχικής έκπληξης τους και ύστερα την αγωνία τους όταν συνειδητοποίησαν ότι θα πεθάνουν.
Δεν τους βρήκα όλους, αλλά τους ψάχνω.
Θα τους βρω !

IV.

«…χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα σε είδα που’ ρθες για να μη βραχείς ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα μα τίποτα όπως τότε δεν θα πεις …»

Και τώρα ακούω πάλι αυτό το τραγούδι.
Το άκουγα τότε τον πρώτο καιρό που την γνώρισα, στο μεγάλο αμφιθέατρο της σχολής και μου ξυπνά επώδυνες μνήμες.
Θυμάμαι.
Και συνειδητοποιώ ότι όλα τα χρόνια της ζωής μου τα έζησα μόνος, μοναχικός, μακριά από τις χαρές των ανθρώπων.
Έκπτωτος αυτής της ζωής.
ΣΑΝ ΕΝΑΣ … ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ.

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Η συνάντηση ΙΙ

Λένε πως όταν κάποιος πεθαίνει,
αυτή την τελευταία στιγμή,
περνάει μπροστά από τα μάτια του όλη του η ζωή.
Τι συμβαίνει όμως όταν όλη η ζωή, ή μάλλον, οι πιο δραματικές στιγμές της, επανέρχονται ;
Όταν το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν ;
μήπως ότι ζει έναν αργό, καθημερινό θάνατο,
μέσα στην ανιαρή πλέον ζωή του ;

Την θυμήθηκα πάλι απόψε ….




" Τι με κοιτάς ;
Εγώ είμαι, δεν το πιστεύεις ε;"

Και όχι, δεν θα ξεχάσω, σαν κουρέλι πέταξες την αγάπη μου από πάνω σου,
σαν το σπέρμα μου, που σκούπισες με σιχασιά από το τέλειο κορμί σου,
εκείνο το τελευταίο βράδυ.

Τότε που μου έριξες ένα βλέμμα, μέσα από τα πανάκριβα γυαλιά σου,
σαν να ήμουν σκουπίδι, και συνέχισες τη ζωή σου.

Δεν ταίριαζαν βλέπεις τα ασπρόμαυρα όνειρα μου στην ξανθιά κόμη και το επώνυμο σου ντύσιμο.

Ήταν κι’ οι άλλοι, που σε τραβούσαν βιαστικά από το χέρι.
Οι σκούρες, γυαλισμένες κούρσες τους είχαν ανοιχτές τις πόρτες, να ξαπλώσεις λάγνα, στα δερμάτινα καθίσματα
και τα ξενοδοχεία με τα σατέν σεντόνια περίμεναν το σώμα σου.




Και σήμερα με κοιτάς με έκπληξη, αποχαυνωμένη.
Δεν το περίμενες, στ' αλήθεια, ότι θα με ξαναδείς, στα ίδια με ΄σένα σαλόνια,
να τριγυρίζω, με ένα ποτήρι στο χέρι κι’ εγώ, με το δήθεν βαριεστημένο βλέμμα του κοσμικού,
μεσ’ το ακριβό μου λινό, να με τριγυρίζουν οι νυχτοπεταλούδες
πριν τις κάψει το φως ….
Κι εσύ με τα μάτια πιο θαμπά από ποτέ …




Γύρισε η ζωή…

Εσύ με τα μέσα σου σάπια και …..
εγώ ;

[να σ’ αγαπώ ακόμα]



Αλήθεια νοιώθεις τους παλμούς της καρδιάς, μέσα στο στήθος σου,

πίσω από τη σιλικόνη ;

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Χαμηλά, εκεί που θα με βρεις ...




Δεν με ξέρεις.
Δεν με είδες ποτέ.
Ούτε άκουσες τη φωνή μου.
Ήσουν κάπου ψηλά και άνετα …
εγώ πάλι ούτε καν φαντάζεσαι που βρίσκομαι.
Δεν ξέρω για το αύριο,
αλλά έχω μια σιγουριά μόνο,
μία κρύα, παγωμένη, μεταλλική σιγουριά,
Ή ίσως δεκαπέντε μικρά άσπρα «κουμπάκια» στο αλουμινόχαρτο,
- πιστεύω να φτάνουν -
και όσο κουράγιο θα χρειαστεί.

Δεν φαντάζεσαι πόσα βράδια κοιμήθηκα φοβισμένος.





Κι αν με βλέπεις μπροστά σου,
στον υπέροχο πλαστικό σου κόσμο,
μέσα στις πολύχρωμες σερπαντίνες
και τα γυαλιστερά μήτινγκ,
να τριγυρνώ κι εγώ,
με ένα χάρτινο ντοσιέ, άδειο,
δήθεν πολυάσχολο βηματισμό
και κολλημένο στο πρόσωπο το χαμόγελο της ψεύτικης επιτυχίας,
η φτηνή μου γραβάτα το μαρτυρά, αν κοιτάξεις μέχρι εκεί.

Δεν ξέρεις πόσα βράδια κοιμήθηκα πεινασμένος.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Η συνάντηση



Σταυραετού 32, Άνω Ιλίσια, Ιούλιος 1972.

Μεσημέρι κι ο ανεμιστήρας βουίζοντας και στέλνει ριπές δροσιάς
που μάταια καταδιώκουν την καλοκαιρινή ζέστη, που περνάει από τα μισάνοιχτα ξύλινα πατζούρια.
Κάπου μακριά ακούγεται ένα μοτοσακό, περνάει βιαστικά και σκύλοι που γαυγίζουν.
Την κοιτάζω. Φοράει το γαλάζιο σατέν νυχτικό και κάτω του διαγράφεται το σώμα της, λευκό και ποθητό, η πανέμορφη πλάτη της, γυμνή μπροστά μου, όπως ετοιμάζει καφέ στην κουζίνα.
Μισοξαπλωμένος στον καναπέ την παρακολουθώ ερεθισμένος.
Σηκώνομαι και πλησιάζω, το χέρι μου ανιχνεύει πρόστυχα κάτω από την τιράντα του νυχτικού, το δεξί της στήθος, τη θηλή και …. εκείνη γυρνάει και με κοιτάζει με κείνα τα πανέμορφα γαλάζια της μάτια.

Τότε τον είδα μέσα τους. Και χαμήλωσα το βλέμμα.

Το βράδυ προφασίστηκα πονοκέφαλο, δεν ήθελα να πλαγιάσουμε μαζί, ξάπλωσα όπως όπως πάνω στον καναπέ, με τα ρούχα.
Έφερα το χέρι μου στο παντελόνι, τρύπιο, φαγωμένο.
Την επόμενη το πρωί, πολύ νωρίς, μάζεψα τα πράγματα μου,
ίσα που γέμιζαν την χάρτινη καρό βαλίτσα,έβαλα βιαστικά τα παπούτσια μου, η τρύπα στην αριστερή σόλα πλήγιαζε το πόδι,
και έφυγα σαν τον κλέφτη.
Κοιμόταν ακόμη.
Όλα μπορούσα να τα αντέξω, αλλά τον οίκτο μέσα στη ματιά της, όχι.



Πανεπιστημίου, Σεπτέμβρης 1991.
Η υγρασία έκανε τα ρούχα μου να κολλούν πάνω στο σώμα,
καθώς έτρεχα βιαστικά να προλάβω το τρόλεϊ για Πατήσια.
Η όμορφη γυναικεία φιγούρα βρέθηκε μπροστά μου και εγώ έπεσα πάνω της. Οι χαρτοσακούλες σκόρπισαν στο πεζοδρόμιο,
τα ψώνια της έκθετα στα βλέμματα των περαστικών που μειδιούσαν.
Εγώ είδα ότι είχε πάλι αγοράσει ένα σατέν νυχτικό και αυτή με κοίταξε ξανά με κείνα τα υπέροχα γαλάζια μάτια, που δεν τα είχε αγγίξει ο χρόνος. Με κοίταξε πρώτα στα παπούτσια, ιταλικό δέρμα και μετά καταπρόσωπο.
Δεν με γνώρισε.
Και η γαλάζια ματιά της ίδια, όπως με κάρφωσε επιτιμητικά,
πριν μου πει –προσέχετε κύριε, θα με σκοτώσετε !
Μάζεψε γρήγορα τα πράγματα της από κάτω και μπήκε στο ταξί που την περίμενε.
Έμεινα έξω από το ΡΕΞ, να την κοιτάζω αποσβολωμένος
και να σκέφτομαι ότι πάντα αυτήν αγαπούσα και δεν θα ξεχάσω ποτέ την ζεστή αγκαλιά της και την κρύα ματιά της.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Δ.Ε.Α. (Π.Β.) IV




Περάσαμε δίπλα από το ποτάμι, με τα «Στάγιερ» καλυμμένα, να μη δουν από απέναντι το φορτίο.
Δεν θυμάμαι τι εποχή ήταν, αλλά δεν έκανε κρύο, φθινόπωρο ή άνοιξη ; Δεν θυμάμαι !
Περάσαμε το Διδυμότειχο και συνεχίσαμε προς τα τριεθνή.
Εκεί σε ένα χωράφι στήσαμε σκηνές και εξοπλισμό και μείναμε δύο βράδια.
Δεν θα πω ούτε τι κουβαλούσαμε, ούτε τι κάναμε.
Ίσως να μην έχει και σημασία πια, είναι πολλά χρόνια το υλικό παλιώνει.
Όμως κάτω στην Αθήνα οι Pink Floyd έδιναν την συναυλία τους και εγώ σε μία σκηνή, αναγκαστικά συγκάτοικος με έναν μόνιμο υπαξιωματικό, κάτω από τον ουρανό του Έβρου, έβριζα γιατί δεν μπορούσα να είμαι εκεί και τους άκουγα στο γουώκμαν.

Επιστροφή στην Αλεξανδρούπολη. Χειμώνας του 1989.
Γυρνώντας από το φυλάκιο μαθαίνω ότι ο συγκάτοικος και φίλος μου, πήρε μετάθεση για Μεγάλο Πεύκο, χαρά και λύπη μαζί.
Το βράδυ, το αποχαιρετιστήριο, σε ένα ταβερνάκι, σαν καφενείο, κάπου σε ένα στενό, όπως κατηφορίζαμε από το στρατόπεδο.
Πίσω από την κυρίως αίθουσα είχε ένα μικρό πατάρι δυο τρία σκαλιά πιο ψηλό, εκεί και ένα τζουκ μποξ, δεν έχω ξαναδεί άλλο από τότε να λειτουργεί.
Τρεις φορές χόρεψα ζεϊμπέκικο στην ζωή μου. Η μία τότε.
Είναι χορός που πρέπει να βγαίνει από μέσα σου, όταν ο πόνος ξεχειλίζει και ψάχνει διέξοδο, όχι αντριλίκι και επίδειξη.
Στο δισκάκι η Σωτηρία τραγουδούσε τον «Απόκληρο».





Και εγώ, σχεδόν χίλια χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, σηκώθηκα και χόρεψα, με μικρά, κοφτά, κυκλικά βήματα, σκυμμένο το κεφάλι.
Το κρασοπότηρο που κρατούσα ράγισε στο χέρι μου και το κατάλαβα όταν έκατσα από το αίμα στα δάκτυλα.
Ένας ένας κάναμε την παραγγελιά μας στο μηχάνημα και χορεύαμε για τον φίλο μας.
Δεν ήταν γλέντι, ήταν λειτουργία, ο ταβερνιάρης, ένας φαλακρός χοντρούλης γεράκος, συγκινήθηκε.
Κάθε τόσο πλησίαζε και έλεγε με καημό «Αχ παιδιά μου».
Κάποια στιγμή μία παρέα φοιτητές και φοιτήτριες, μεσ’ την καλή χαρά, έκαναν να ανέβουν στο πατάρι, είδαν αυτό που γινόταν και ήθελαν να πλησιάσουν.
Μπήκε μπροστά τους με τον όγκο του και τους έκοψε τον δρόμο.
Δεν είπε κουβέντα, απλώς στάθηκε μπροστά τους και τους έριξε ένα βλέμμα ότι δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που γινόταν και δεν πρέπει να το διακόψουν.
Εκείνο το βράδυ, παρέα με τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, τον Διονυσίου, αποχαιρετίσαμε έναν φίλο, έναν φίλο που δεν τον ξανάδαμε, είναι περίεργες οι φιλίες του στρατού, όσο δυνατές είναι, τόσο εύκολα χάνονται στην καθημερινότητα μετά.
Έμαθα νέα του πολύ αργότερα, με πήρε κάποιος στο τηλέφωνο, είχε διαβάσει στην εφημερίδα, σκοτώθηκε σε τροχαίο με τη μηχανή, κάπου στην Πειραιώς.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Τρία Μυστικά ...








Υπάρχει άνθρωπος χωρίς μυστικά;

Έχω και εγώ ένα.
Ή ίσως περισσότερα.
Ένα στο μυαλό και ένα στην καρδιά.
Έχω και ένα στην τσέπη του παλιού του παλτού
και είναι σιδερένιο και κρύο και το κρατάω σφιχτά.
Εκεί βαθιά στην τσέπη του τριμμένου παλτού μου,
αυτού που φορώ τα βράδια με τα πέτα σηκωμένα,
όταν περπατάω στις σπασμένες πλάκες των πεζοδρομίων
και κρύβομαι στις σκιές,
μέσα στην άδεια πολύβουη πόλη.
Και έχω τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες.

Ναι, το ακουμπάω για να ζεσταίνω το κρύο μέταλλο.

Έχω τρία μυστικά.
Ένα στην τσέπη, ένα στο μυαλό και ένα στην καρδιά μου.

Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια, βράδυ και έκανε κρύο, και υγρασία πολλή,
στο περίπολο πάνω, οι δυό μας, εγώ και ο κοντούλης ο Σωτήρης, ο «μικρός αρχηγός».
Χτυπούσαμε να χέρια μας να τα ζεστάνουμε και τα μάλλινα γάντια έβγαζαν ένα πνιχτό κρότο.
Τα χνώτα μας, πυκνοί καπνοί, τούφες τούφες, σε κάθε φράση.
Γύρισε τότε και μου είπε
«- Ξέρεις υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, αυτοί που μπορείς να στηριχτείς επάνω τους και οι άλλοι.
Εσύ Νίκο είσαι στην πρώτη κατηγορία
».
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι δεν του έχουν πει ομορφότερη κουβέντα,
αλλά εγώ αυτήν δεν την κράτησα.
Κράτησα μια άλλη και αυτό είναι το μυστικό του μυαλού μου.
Το ίδιο βράδυ, τελειώνοντας το νούμερο, γερμανικό ήταν, σταματήσαμε στο αυτόματο μηχάνημα του καφέ,
πήραμε από ένα κακάο, νερόβραστο, χάλια, αλλά ζεστό.
Με κοίταξε και μου είπε :
«-Ξέρεις, θα ήθελα να ξεχωρίσω στη ζωή μου, αλλά όχι για κάτι καλό,
ας πούμε να είμαι αυτός που ανατίναξε το στρατόπεδο από λάθος και σκότωσε δεκάδες άχρηστους.
»
Από τότε το σκέφτομαι.
Ότι είμαι γεννημένος για να κάνω κάποια στιγμή, κακό.
Και αποφάσισα να το κάνω σε σένα.
Και σήκωσα το χέρι μου, προς το μέρος σου, με το άλλο μου μυστικό, το σιδερένιο, το κρύο.
Και δεν μπόρεσα. Το έστρεψα πάνω μου και γεύθηκα εγώ το μπαρούτι.

Εκείνη τη μέρα που ξημέρωνε, που ήταν η τελευταία της ζωής μου και ας μην το ήξερα.
Γιατί δεν μπόρεσα να κάνω αυτό που είχα μυστικό και απόφαση.
Γιατί έχω ένα ακόμη μυστικό.
Στην καρδιά μου :
Σ’ αγάπησα !
Ακόμη και κείνη την ώρα, που άνοιξε η τρύπα στο χρόνο και έπεσα μέσα,
τότε που σταμάτησαν για λίγο τα ρολόγια, στο απελπισμένο μου
«- Γιατί …», πίσω από την φριχτή αποκάλυψη σου : «… δεν θέλω τίποτα δικό σου. Και να ξέρεις… το έριξα !»
Εκείνη τη μέρα, που ξημέρωνε, και ήταν η τελευταία μέρα της ζωής μου, κι ας μην το ΄ξερα, είχα μόνο τρία μυστικά.