
H πολυκατοικία έρημη, κρύο και υγρασία.
Έβρεχε μέρες και είχαμε μουλιάσει.
Άνοιξα το κουτί και το έβγαλα προσεκτικά.
Έτοιμο, με τη γεμιστήρα γεμάτη, πέντε σφαίρες, έξι έπαιρνε όλες όλες, αλλά η έκτη πάντα προκαλούσε εμπλοκή.
Τέντωνε πολύ το ελατήριο, τι να σου κάνει, ενενήντα χρόνων και βάλε, κι ας ήταν colt.
Μόνο που τη γεμιστήρα την είχα τραβηγμένη λίγο έξω, φαινόταν αναποφάσιστη, όπως και εγώ.
Δεν θυμάμαι αν έγραψα τότε το γράμμα.
Μήπως ήταν την άλλη φορά όταν πήρα το αυτοκίνητο ;
Πάντως τότε που το έγραψα θυμήθηκα το ποίημα του Καρυωτάκη και αισθάνθηκα γελοίος.
Τέλος πάντων, δεν τα κατάφερα, δεν το αποφάσισα, ήταν και αυτά τα λόγια σου · όπως θες πες το.
Τελικά έβγαλα τις σφαίρες και τις έβαλα στη σειρά, πάνω στο γραφείο μου, ανάμεσα στα χαρτιά, σαν τα στρατιωτάκια που έπαιζα μικρός.
Τις κοίταζα και τις κοίταζα και σκεφτόμουν, πόσο μικρές είναι, 25άρες.
«Θα κάνουν άραγε ζημιά ;»
Η σκέψη της μόνιμης αναπηρίας δεν μου άρεσε καθόλου.
Τελικά κατέληξα όπως πάντα, να παίζω με το πιστόλι, με άδεια τη γεμιστήρα, κάνοντας πρόβες.
Να παίζω με το θάνατο και να θυμάμαι.
Παράξενο που δεν κάθισες δίπλα μου.
Έντυσες το βλέμμα σου το διερευνητικό, με ένα χαμόγελο και με ρώτησες :
« - Που πάει ο χρόνος που περνάει ; Χάνεται ; Τι γίνονται οι αναμνήσεις μας ;»
«Γιατί με ρωτά ; » σκέφτηκα καθώς η σκέψη μου άρχισε να ταξιδεύει αλλού, δεν ήθελε και πολύ εκείνες τις μέρες.
Πέταξε σε κλάσματα του δευτερολέπτου, από στιγμή σε στιγμή, όλες ξεχωριστές και γεμάτες αγάπη. Τόσα χρόνια !
Τα μάτια σου αυτά τα πάντα λαμπερά, μέσα στο μισοσκόταδο, στο λιτό φοιτητικό δωμάτιο, όταν το φως του στύλου έμπαινε σε χλωμές λωρίδες απ’ τα μισοκατεβασμένα στόρια της μπαλκονόπορτας. Με τις κόρες διεσταλμένες, από τον πόθο.
«- Έλα…».
Τα χέρια σου αυτά τα ζεστά, να κρατούν το μικρό σωματάκι ίσα που χωρούσε στο ένα χέρι σου, όπως το κρατούσες με στοργή κάτω απ’ τη βρύση για να του κάνεις μπάνιο. Και τώρα να έχει πάρει το δικό του δρόμο, ψηλός σαν ένα δέντρο.
«Κλαις ; Γιατί ;»
«Τρέμεις ! φοβάσαι ;»
«- Όχι κρυώνω».
«Πονάς ;»
«- Όχι ! Πεινάω».
«Φοβάμαι … φοβάμαι».
Κι άλλα, πολλά.
Το δικό μου χέρι τώρα, παγωμένο, τα γάντια της υπηρεσίας δεν μου έκαναν ήταν μικρά · κινήθηκε με δυσκολία, καθώς ήμουν πεσμένος μπρούμυτα μέσα στις λάσπες, έψαξε με αγωνία, μην το έχασα στη σύγχυση · «- Όχι ευτυχώς είναι ακόμη εκεί, στην εσωτερική τσέπη του τζάκετ». Το γράμμα σου, το τελευταίο πράγμα που πρόλαβα να πάρω από τη μονάδα, κλειστό ακόμη δεν το άνοιξα επίτηδες, ήθελα να έχω την γλυκιά προσμονή του. Όλο το βράδυ στην πυροβολαρχία βάζαμε τα ακόντια, υπολογίζαμε παρεκτροπή, μέσα στο σκοτάδι, όσο τα πλοία χάραζαν πολεμικά δρομολόγια.
Αυτά και άλλα, πέρασαν σε μια στιγμή, με μια σκέψη, γρήγορη σαν ηλεκτρική εκκένωση.
Εκείνες τις μέρες είχα κάνει έναν κατάλογο · τι φωλιάζει στην καρδιά μου και τι κρύβεται παραπάνω στο μυαλό· ποιος θα χαρεί, ποιος θα στενοχωρηθεί από την απουσία.
Καταχώρισα ακόμη και τα όνειρα μου, αυτά που με ξυπνούν πια τα βράδια.
Τα έσβησα όλα σε μια στιγμή, την ίδια στιγμή που επανέλαβες την ερώτηση σου.
Τότε δεν μπόρεσα να στο κρύψω άλλο και σου απάντησα :
«- Στην καρδιά μας !»
Και ήρθε η απάντηση σου κεραυνός, προετοιμασμένη : «- Μα τότε τι γίνονται όταν αυτή σταματήσει ; πού πάνε τότε, δεν μπορούν να χάνονται τελικά. Κι αν η αγάπη φωλιάζει εκεί, που καταλήγει τόση αγάπη ;»
Έμεινα να σε κοιτάζω αποσβολωμένος, γυμνός από επιχειρήματα.
Με δυο κουβέντες σου μου άλλαξες τα σχέδια. Γιατί τότε κατάλαβα ότι δεν θα είναι εύκολη υπόθεση η υλοποίηση της απόφασης μου.
Το ήξερες ; Το είχες καταλάβει ; Γιατί μου ζητούσες επίμονα να σου δώσω πίσω το πιστόλι ;
«- Ήταν του συγχωρεμένου του πατέρα μου, σε παρακαλώ φέρτο μου».
Την πρώτη έμεινα ώρες να κοιτάζω το άδειο πιστόλι, στο γραφείο μπροστά μου.
Τη δεύτερη πήρα το αυτοκίνητο, όχι το μεγάλο, το μικρό το σαραβαλάκι. Αυτό που ποτέ δε συμπάθησες «- τι το κράτησες», γκρίνιαζες, «μόνο βάρος και έξοδα · σου χαλάει και το προφίλ, να σε βλέπουν να κυκλοφορείς με αυτό, θα λένε ότι πτωχεύσαμε» και εγώ γελούσα για το «φέρετρο» γιατί εγώ το έλεγα από μέσα μου φέρετρο, είχα βρει και το κατάλληλο σημείο εκτροπής του. Μέχρι και τους τίτλους των τοπικών εφημερίδων φανταζόμουν «Τραγικό δυστύχημα στο δρόμο καρμανιόλα».
Τελικά κατέληξα να κάνω μία μεγάλη βόλτα, στερημένος από τις ανέσεις του μεγάλου αυτοκινήτου μου, με το σαραβαλάκι να μουγκρίζει και να πλέει στο βρεγμένο οδόστρωμα και γύρισα στο σπίτι μας, άπραγος, έχοντας πάρει την απόφαση να το παλέψω, να κρατήσω όλες αυτές τις αναμνήσεις και την Αγάπη στην παλώμενη καρδιά και προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω αν ήμουν τραγικός, γελοίος ή απλά γενναίος.



































