
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω · εκεί στο ημίφως, στη μυρωδιά της μούχλας που ζούσες.
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια, που τ’ ανέβηκες εκείνο το απόγευμα κι ήρθες με γρήγορο βήμα, παρά την χωλότητα σου, να με ανταμώσεις μετά από καιρό.
Και όπως στάθηκες μπροστά μου, λαχανιασμένος, σκέφτηκα «- επιτέλους τα μαλλιά σου μεγάλωσαν πια, πέρασαν μήνες από την τελευταία τρέλα σου».
Γιατί και παλιότερα είχες χαθεί βδομάδες απ΄όλα τα στέκια ακόμη κι απ’ το «Τηνιακό» που πίναμε τις ρετσίνες κι εγώ ανησύχησα και σε έψαξα.
Σε βρήκα τότε στο υπόγειο σου, δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω, δεκατρία μισό, μετρημένα με ακρίβεια από μένα, κάθε φορά που κατέβαινα να σε βρω στο σπίτι σου, όπως το αποκαλούσες εσύ, στον τάφο σου, έλεγα εγώ.
Κι έμεινα άφωνος – τίποτα δεν έπρεπε πια να μου προκαλεί έκπληξη σε σένα - μπροστά στο χαμηλό παράθυρο καθώς σκυφτός κοίταζα το παράξενο θέαμα : το κουρεμένο «γουλί» κεφάλι σου να πηγαινοέρχεται σε κύκλους.
«– Τι έκανες βρε τρελέ, γιατί κουρεύτηκες έτσι ;- Για να μην ξαναβγώ έξω, πρέπει να διαβάσω να πάρω πτυχίο.»
Έπεσα κάτω και γελούσα κι εσύ με κοιτούσες με απορία σαν να έκανες κάτι απόλυτα φυσικό. Αυτός ήσουν.
Στάθηκες εκείνο το απόγευμα μπροστά μου λαχανιασμένος, κι εγώ έψαξα στη ματιά σου την κλαμένη να ξαναθυμηθώ την χαρά σου, όπως όταν ήρθες να μου δείξεις όλο καμάρι τα σημάδια του έρωτα πάνω στο σώμα σου.
Τότε που δεν σε ένοιαζαν τα ρούχα σου τα βρεγμένα, πάλι είχε πλημμυρίσει το υπόγειο, από την βραδινή νεροποντή.
Το υπόγειο αυτό, που ήταν χορηγία ενός μακρινού θείου, παλιά αποθήκη, δίπλα στο κλιμακοστάσιο, για να μπορέσεις να ζήσεις.
Γελούσες και χόρευες γύρω μου, γιατί δεν ήσουν πια παρθένος ούτε μόνος και εκείνη σε αγαπούσε.
Έψαξα εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα τη ματιά σου τη χαρούμενη αλλά έλλειπε.
Σκοτεινιασμένος.
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω, εκεί στο υπόγειο της Ασκληπιού, το πέμπτο απ’ αυτά πιο χαμηλό για να παραπατάς πάντα, όποτε τα ανέβαινες, τέσσερα χρόνια και κάτι μήνες, αφημένος στην τύχη σου, να κοιτάζεις πίσω από τα στραβοριγμένα στόρια, την εκκλησία απέναντι, που σου έκρυβε τα αστέρια · μα κανένας Θεός για σένα.
Τέσσερα χρόνια και κάτι μήνες, με δουλειές του ποδαριού, πείνα και στερήσεις, για ένα κωλοπτυχίο της νομικής, μέχρι να εγκαταλείψεις τα πάντα και να χαθείς από τη ζωή μου.
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια, που τ’ ανέβηκες εκείνο το απόγευμα κι ήρθες με γρήγορο βήμα, παρά την χωλότητα σου, να με ανταμώσεις μετά από καιρό.
Και όπως στάθηκες μπροστά μου, λαχανιασμένος, σκέφτηκα «- επιτέλους τα μαλλιά σου μεγάλωσαν πια, πέρασαν μήνες από την τελευταία τρέλα σου».
_._
Γιατί και παλιότερα είχες χαθεί βδομάδες απ΄όλα τα στέκια ακόμη κι απ’ το «Τηνιακό» που πίναμε τις ρετσίνες κι εγώ ανησύχησα και σε έψαξα.
Σε βρήκα τότε στο υπόγειο σου, δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω, δεκατρία μισό, μετρημένα με ακρίβεια από μένα, κάθε φορά που κατέβαινα να σε βρω στο σπίτι σου, όπως το αποκαλούσες εσύ, στον τάφο σου, έλεγα εγώ.
Κι έμεινα άφωνος – τίποτα δεν έπρεπε πια να μου προκαλεί έκπληξη σε σένα - μπροστά στο χαμηλό παράθυρο καθώς σκυφτός κοίταζα το παράξενο θέαμα : το κουρεμένο «γουλί» κεφάλι σου να πηγαινοέρχεται σε κύκλους.
«– Τι έκανες βρε τρελέ, γιατί κουρεύτηκες έτσι ;- Για να μην ξαναβγώ έξω, πρέπει να διαβάσω να πάρω πτυχίο.»
Έπεσα κάτω και γελούσα κι εσύ με κοιτούσες με απορία σαν να έκανες κάτι απόλυτα φυσικό. Αυτός ήσουν.
_._
Στάθηκες εκείνο το απόγευμα μπροστά μου λαχανιασμένος, κι εγώ έψαξα στη ματιά σου την κλαμένη να ξαναθυμηθώ την χαρά σου, όπως όταν ήρθες να μου δείξεις όλο καμάρι τα σημάδια του έρωτα πάνω στο σώμα σου.
Τότε που δεν σε ένοιαζαν τα ρούχα σου τα βρεγμένα, πάλι είχε πλημμυρίσει το υπόγειο, από την βραδινή νεροποντή.
Το υπόγειο αυτό, που ήταν χορηγία ενός μακρινού θείου, παλιά αποθήκη, δίπλα στο κλιμακοστάσιο, για να μπορέσεις να ζήσεις.
Γελούσες και χόρευες γύρω μου, γιατί δεν ήσουν πια παρθένος ούτε μόνος και εκείνη σε αγαπούσε.
Έψαξα εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα τη ματιά σου τη χαρούμενη αλλά έλλειπε.
Σκοτεινιασμένος.
_._
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κάτω, εκεί στο υπόγειο της Ασκληπιού, το πέμπτο απ’ αυτά πιο χαμηλό για να παραπατάς πάντα, όποτε τα ανέβαινες, τέσσερα χρόνια και κάτι μήνες, αφημένος στην τύχη σου, να κοιτάζεις πίσω από τα στραβοριγμένα στόρια, την εκκλησία απέναντι, που σου έκρυβε τα αστέρια · μα κανένας Θεός για σένα.
Τέσσερα χρόνια και κάτι μήνες, με δουλειές του ποδαριού, πείνα και στερήσεις, για ένα κωλοπτυχίο της νομικής, μέχρι να εγκαταλείψεις τα πάντα και να χαθείς από τη ζωή μου.
_._
Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουν φίλος σου, και ίσως ο μοναδικός σου σύνδεσμος με αυτόν τον κόσμο των ζωντανών, όσο και αν έψαξα δεν σε βρήκα, δεν σε είδα άλλη φορά από εκείνο το βροχερό απόγευμα που ανέβηκες γρήγορα τα δεκατέσσερα σκαλοπάτια, παραπάτησες στο πέμπτο, και ήρθες τρέχοντας, με το πιο σκοτεινό σου βλέμμα, να μου πεις πως "δεν μπορούσε να είναι αυτό η αγάπη" και ότι κάτι είχες κολλήσει και πονούσες εκεί χαμηλά.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου