Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Στην αγκαλιά του Μπόμπου ... εκεί στην αρκουδοχώρα ...







Ήρθε πάλι ξαφνικά, χωρίς λόγο, θα μπορούσα να πω,
αλλά έτσι λέω πάντα.
Έρχεται συχνά και εγώ έχω μάθει πια να το αναγνωρίζω.
Πρώτα αυτή η αδυναμία να κοιμηθώ.
Τρεις απόπειρες χθες το βράδυ.
Και αυτή η τάση να σηκωθώ από το κρεβάτι, αθόρυβα, να μην τους ανησυχήσω και να αρχίσω να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω … μα από πού να ξεφύγω ;
Πώς μπορείς να ξεφύγεις από τις σκέψεις σου και το άρρωστο μυαλό;

Ακολουθούν οι φαντασιώσεις και τα σχέδια.
Αλλά προηγείται μία διαπίστωση.
Ή ίσως «διαπίστωση» : είμαι περιττός,
είμαι βάρος, προκαλώ προβλήματα και ζημιά στους δικούς μου !
Και τότε με φαντάζομαι άλλοτε κρεμασμένο, και άλλοτε να αιωρούμαι στο κενό, με τα μάτια ήδη θολά, να κοιτάζουν το άπειρο, ή ακόμη και να πλέω στο νερό, ανάσκελα χωρίς αισθήσεις, πόσες φορές είδα και ξανάδα αυτή την σκηνή από το «Ηereafter».
Και αρχίζουν σιγά σιγά τα σχέδια.
Όποιος με δει να οδηγώ εκείνες τις ημέρες θα κάνει τη διαπίστωση ότι είμαι τρελός.
Καμία προσπάθεια αποφυγής του κινδύνου, αντίθετα συνεχής έκθεση σε αυτόν,
παράτολμα προσπεράσματα και ανίχνευση σημείων στην διαδρομή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο μοιραίο με μία απλή εκτροπή του αυτοκινήτου.
Προσέχω όμως, να μην είναι και στη δική της διαδρομή.
Δεν θέλω να περνάει από το σημείο εκείνο και να αναλογίζεται τι συνέβη.
Βρήκα και κάτι ισχυρά υπνωτικά χάπια, δεκαέξι λευκά μικρά κομπάκια, τα κουβαλάω πάντα μαζί μου, ίσως να βοηθήσουν και αυτά.
Βέβαια αν περνούσε από το χέρι μου, θα έφευγα μακριά σε ένα δάσος και θα έμενα κάτω από το πιο μεγάλο δέντρο του,
μέχρι η σήψη να με κάνει ένα με τις ρίζες του
και από εκεί να περάσω στον κορμό και τα φύλλα του και στον αέρα.
Αλλά δεν μπορώ να το επιλέξω αυτό, δεν αρμόζει στους δικούς μου αυτή η αναμονή,
το μαρτύριο της αφάνειας.
Καλύτερα κάτι συγκεκριμένο, έστω και βίαιο, που όμως χαρίζει την βεβαιότητα.
Τη βεβαιότητα του θανάτου.
Κάποτε συνέταξα και το γράμμα.
Ζήτησα μόνο δύο πράγματα.
Τελετή σε πολύ κλειστό κύκλο και να μην φορέσουν τα παιδιά μαύρα.

Θα μπορούσαν όλα αυτά να είναι αστεία αν δεν ήσαν τραγικά.

Και όμως, απόψε ένα βλέμμα τα άλλαξε όλα.
Έτσι όπως σηκώθηκα, βράδι πάλι, μόνος μου, με τάση να τρέξω μακριά, να αποδράσω από τον εαυτό μου ... τον είδα στο δωμάτιο του να κοιμάται.

Ο Μπόμπος, ο μαλιαρός, άσχημος, γλυκούλης καφετής αρκούδος ήταν εκεί ξαπλωμένος και κοιμόταν αγκαλιά με τη μικρή μου.
Όχι, δεν κοιμόταν αυτός !
Αυτή μόνο κοιμόταν και αναστέναζε στην αγκαλιά του.
Αυτός με κοίταζε με αυτό το μπλαζέ και ενοχλημένο του ύφος.
Και τότε γύρισε και μου μίλησε.
- Πού πας, δεν μπορείς να φύγεις, εγώ δεν μπορώ να αναλάβω τα καθήκοντα σου. Την βλέπεις, θέλει κάποιον κοντά της να αγαπάει.
Γύρισα αμέσως πίσω στο κρεβάτι πλάι στο ζεστό κορμί της γυναίκας μου.
Ξάπλωσα αθόρυβα και στην ερώτηση της «– Πού ήσουν ;» απάντησα : «- Στην τουαλέτα αγάπη μου, κοιμήσου». Ήθελα να της πω ότι έχει βάψει ωραία τα νύχια των ποδιών της, αλλά δεν της το είπα.
Μόνο που άπλωσα το χέρι μου και άγγιξα τα παχάκια της.
Αύριο είναι πάλι μέρα.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου