Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Φυλάνθη και Πάνος ή τα απογεύματα της Κυριακής είναι πάντα μελαγχολικά.




Σκούρα φιγούρα … μπήκε σαν το κυνηγημένο αγρίμι, στάζοντας τη βροχή στο πάτωμα και έπιασε πλάτη στο πίσω μέρος του βαγονιού, κρύβοντας το τρέμουλο στα χέρια του, μέσα στις τσέπες του μαύρου γυαλιστερού καλοκαιρινού σακακιού, με το παράταιρο παντελόνι, τόσο τραγικά αστείος με τα πιο επίσημα φτηνά μεταχειρισμένα ρούχα του, αυτά που φόρεσε για να τις εντυπωσιάσει.

Κι όμως γελούσαν, μεσ’ τα φανταχτερά τους εσώρουχα «-Αφού δεν μπορείς, τι έρχεσαι και ξανάρχεσαι βρε αγόρι, να ξέρεις ότι αυτή τη φορά θα πληρώσεις κανονικά...»

Αυτός πήρε τον ηλεκτρικό από τη Βικτώρια, ήρθε τρέχοντας από τη Φυλής.

Εκείνη ανέβηκε στο Θησείο, σέρνοντας τη βαριά βαλίτσα της, στο ταξίδι της επιστροφής, με τα βλέφαρα βαριά μετά τα συνεχόμενα ξενύχτια, πάρτυ τα έλεγαν στο πρακτορείο. Εκεί σουλατσάριζε, κάτω από τα φώτα, με τα πεινασμένα βλέμματα γύρω της, κρατώντας ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι, που δεν μπορούσε να το πιεί. Κι έκρυβε εκτός από το όνομα της και την ηλικία της, κάποιοι αποφεύγουν τα περίεργα ονόματα και τα ανήλικα κορίτσια.

Και στην μητέρα της, που της τηλεφωνούσε από το νησί, να ρωτήσει πώς πάει το φροντιστήριο για το πανεπιστήμιο απαντούσε με μία λέξη «-Καλά».

- Αχ ! Μάνα, μάνα, όταν έβαλες στο χέρι εκείνα τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα, αχ μάνα, τι νόμιζες, ότι φτάνουν για το φροντιστήριο, πώς τα μάζευες, λίγα λίγα από το υστέρημα.

Αχ ! Μάνα δεν ξέρεις τίποτα.

Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν δύο φορές, μία στη διαδρομή και μία πριν το τέλος, εκεί πίσω από το σταθμό του Πειραιά, στα βρώμικα στενάκια, πάνω στην κραυγή της.

Κι αν τη ματιά της σημάδευε η φτηνή μάσκαρα –δεν ήταν αδιάβροχη- τα δικά του δάκρυα δεν είχαν να λειώσουν τίποτα.

Κι η Φυλάνθη, που συστηνόταν άλλοτε ως Φαίη και άλλοτε ως Φίλια, που στα δεκαεπτά της νόμιζε ότι γνώρισε τον πόνο και όλη την αντρική βιαιότητα, συμπυκνωμένους πάνω στο ματωμένο της εσώρουχο, τότε, μετά το τελευταίο πάρτυ, έκανε λάθος, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμη τον πόνο από την κρύα λεπίδα του Πάνου, πιο κρύα και από την καρδιά του την τσακισμένη.





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου