
Φοβάσαι απόψε, ε ;
Όχι τον μουσώνα που στέλνει τα νερά ορμητικά,
να σπάσουν το τσιμέντο στα όκια,
σαν θεριά να μπουκάρουν
και να βγουν αφρίζοντας από τα κρουζέτα.
Όχι τις σκουριασμένες λαμαρίνες του «Πυθέα»
που τρίζουν στο κάθε φούντο,
στα μαύρα νερά εκεί στις νότιες θάλασσες.
Άλλο σε τρόμαξε απόψε.
Βάρδια έκτη, και συ ήρθες καταπρόσωπο με τον εαυτό σου.
Βάρδια έκτη, στο ημίφως πάνω απ’ το χάρτη,
παίζοντας στα χέρια σου δυο σελίνια.
Θα τα ξοδέψεις αύριο στο λιμάνι σε μια παράλογη αγορά.
Βάρδια έκτη και θυμάσαι την Ιουδήθ, που αλλού την έλεγαν Μαρία.
Ή μήπως ήταν η μικρούλα η Catherine ή η Λι ;
Πες ; Μολόγα ;
Το γυμνό κορμί της Μελουζίν, κρύο πάνω στο κρεβάτι του γιατρού,
με το πρόσωπο καταφαγωμένο από την αρρώστια,
αυτό θυμάσαι.
Μέθυσε, τρελέ και ψεύτη και διαφθορέα και εραστή και ντόμπρε και φίλε.
Που βαστάς το κρύο χέρι του δόκιμου πάνω στο πους-πους,
να τον παρηγορήσεις, πονάει η μαλαφράντζα.
Μην ανάβεις τα φανάρια, δεν έχει πούσι, τα μάτια σου είναι θαμπά.
Κι ασε την Παναγιά, δεν θα σε γλιτώσει απ’ το άδικο.
Φοβάσαι ε ;
Φοβάσαι τη στεριά.
Για τον Μαραμπού.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου