Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Οι τελευταίες μέρες ...

Ι.
Οι τελευταίες μέρες







Η φήμη κυκλοφορούσε μέρες, ότι ήταν πια αναπόφευκτο.
Η φήμη κυκλοφορούσε, αλλά εμείς δεν την πιστεύαμε στην αρχή.
Ή δεν θέλαμε να την πιστέψουμε.
Και μετά συνέβη.
Εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα ήρθε η διαταγή για την οπισθοχώρηση «Έσπασε το μέτωπο !»
Τότε γεμίσαμε πέτρες τους σωλήνες, τους σηκώσαμε ψηλά, έτσι είπε ο ανθυπολοχαγός
και τραβήξαμε τις μακριές σιρίδες, να μη χτυπήσουμε, το ένα μπουμ μετά το άλλο και άνοιξαν όλα, σαν μαργαρίτες ΄γίναν.
Όλα τα πυροβόλα της πυροβολαρχίας μας έσκασαν έτσι.
Μετά ρίξαμε όλα τα χαρτιά στον λάκκο μαζί με ό,τι δεν μπορούσαμε να μεταφέρουμε πάνω μας και τα κάψαμε.
Και πήραμε το δρόμο για τη θάλασσα.
Κάποιοι ντόπιοι απ’ την πυροβολαρχία κλαίγαν,
"- που πάμε ;" λέγαν, " τι θ΄ απογίνει ο κόσμος, θα τους περάσουν όλους μαχαίρι".
Τους υπόλοιπους δεν μας ένοιαζε, μόνο να φύγουμε πια θέλαμε.



Οι άλλοι όμως έτρεχαν πιο γρήγορα από εμάς.
Είχαν πια τον αέρα του νικητή.
Κι’ αν δεν τους βλέπαμε ακόμη τους αισθανόμασταν γύρω μας.
Μπαίναμε σε ένα χωριό και είχαν πρωτομπεί.

Λένε πως άμα δεις τον πρώτο σκοτωμένο συνηθίζεις.
Ψέματα !
Έτσι μπήκαμε και κείνο το πρωί.
Τα πρώτα σπίτια καμένα, αλλά η μυρωδιά του σάπιου ήταν που μας πήρε αμέσως
και έκανε τις τρίχες στον αυχένα μας να σηκώνονται, όπως του αγριμιού.
Τους είδαμε να κρέμονται από τον πλάτανο, πέντε ήταν, δικοί μας όλοι,
είχαν φύγει μια βδομάδα πριν, λιποτάκτες.
Οι στολές σκισμένες και οι λαιμοί τους ασυνήθιστα μακριοί κάτω από το βρόγχο.
Τους προσπεράσαμε αμίλητοι και φύγαμε από το έρημο χωριό.
Το κάψαμε.
Το ίδιο βράδυ ο τηλεγραφητής μάταια προσπαθούμε να πιάσει επαφή με το στρατηγείο,
ήταν ένας άλλος τηλέγραφος, γαλλικός είπαν, έστελνε συνεχώς τρία γράμματα όλα κι’ όλα, να μην μας αφήνει να συνεννοηθούμε.
Έτσι βαδίζαμε στα τυφλά, δέκα φορές παρά λίγο να πέσουμε πάνω τους, ευτυχώς οι ανιχνευτές μας έκαναν δουλειά.
Όταν είδαμε τη θάλασσα ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης,λες και βγήκε βαθιά μέσα από τη γης και όχι από μας.
Είδαμε τα πλοία, περιμέναν καπνίζοντας.
Την άλλη μέρα μπήκαμε σε ένα από αυτά και κινήσαμε για Πειραιά.






II.
Τα δυο κορίτσια




Σήκωσα τον γκρα καταπάνω του και ξάμωσα ίσια στο κεφάλι του, ανάμεσα στα μάτια.
"- Θα σε σκοτώσω κερατά Ρουμελιώτη", είπα, και άκουσα τη φωνή μου ήρεμη και αποφασιστική.
"- Μη το κάνεις ! Δεν είμαι άτιμος ! άλλαξα" με παρακαλούσε, "απ’ όταν μπήκα στο ευζωνικό έγινα άλλος άνθρωπος. Δεν το έκανα εγώ".
Τελευταία στιγμή δείλιασα, δεν ήξερα τι να πιστέψω.
Μια κοιτούσα αυτόν και μια το μεγαλύτερο απ’ τα κορίτσια, διπλωμένο στα δυο απ’ τον πόνο και με τα αίματα να τρέχουν στα πόδια του κάτω απ’ το κουρελιασμένο φόρεμα.
" – Αδερφούλα μου, αδερφούλα μου", έκλαιγε το πιο μικρό δίπλα του.
Τα πήραμε μαζί μας, κινήσαμε βιαστικοί να βρούμε την Ανεξάρτητη Μεραρχία, γυρνούσε εκείνες τις μέρες και μάζευε όσους μπορούσε τρέχοντας προς τα παράλια. Να τη βρούμε να ενωθούμε να γλυτώσουμε.
Το κορίτσι δεν μπορούσε να περπατήσει και το ανέβασα στο μουλάρι, το πιο μικρό έτρεχε πίσω του κλαίγοντας.
Πέταξα ότι μπορούσα, κράτησα τις σφαίρες και τα λαγήνια, να ΄χουμε να πίνουμε.
Πέθανε μετά από δυο μέρες, εκεί που καθόταν δίπλωσε στο πλάι, σαν το σπασμένο κλαρί.
"- Αδελφούλα μου, αδελφούλα μου..."
Έκανα δυο χρόνια να αγγίξω γυναίκα.
Και μετάνιωσα που δεν του έπαιξα του κερατά.





ΙΙΙ.
Στρατιωτικό Υλικό






Η διαταγή ήταν διαταγή και έπρεπε να την εκτελέσω.
Αρχικά φαινόταν παράλογη, αλλά ήταν σωστή από στρατιωτικής άποψης.
Το στρατιωτικό υλικό δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια του εχθρού.
Μου έδωσαν ένα πιστόλι, απ’ αυτά των αξιωματικών και μου είπαν "–Σύρε !"
Ο άλλος πάλι, πιο τυχερός, πάντα, πήρε το σφυρί.
Ξεκίνησαμε μαζί και ο άλλος σταμάτησε πρώτος, τα Φίατ ήταν σταματημένα πιο κοντά, τέσσερα πέντε όλα όλα.
Βάλθηκε με το σφυρί να χτυπά τις μηχανές.
Τον άφησα πίσω μου και προχώρησα προς τα πέρα εκεί που περίμενε το υπόλοιπο υλικό.
Πλησιάζοντας πρόσεξα ότι σε κάθε χτύπο του σφυριού αυτά τρόμαζαν, ανασήκωναν τα κεφάλια όλα μαζί, αλλά δεν είχαν πνοή να χλιμιντρίσουν.
Τόσα χιλιόμετρα πορεία, τρέχοντας φορτωμένα, να γλυτώσουν όλοι, από το Κάλε Γκρότο μέχρι τον Τσεσμέ.
Και τώρα, κοίταζαν προς τη θάλασσα, να έβλεπαν αλήθεια το ατμόπλοιο, αυτό που δεν τα χωρούσε ;
Καμιά τριανταριά επιταγμένα μουλάρια, με δεμένα τα πόδια, το ένα δίπλα στο άλλο.
Τόσα απέμειναν, μεταγωγικά, από τη Σμύρνη, πήγαν φορτωμένα την ορεινή και τα εφόδια, μέχρι πέρα από τον Σαγγάριο, κοντά στην Άγκυρα και από κει πίσω.
Πολύ περισσότερα όταν ξεκίνησαν, τα θέρισε η δίψα και η κακουχίες, ποιοι φουκαράδες τα περίμεναν πίσω ;

Όταν τελείωσα το αίμα έτρεχε ποτάμι, σχεδόν μέχρι τη θάλασσα.
Το στρατιωτικό υλικό δεν εγκαταλείπεται ποτέ στα χέρια του εχθρού.

Εκείνες τις μέρες του Αυγούστου, παρέδωσα το όπλο, άφησα τον περιττό εξοπλισμό και μπήκα στη γραμμή για το ατμόπλοιο, για τη Χίο.
Στα ανοιχτά είδα τον "Σιδηρό Δούκα" να περνάει βιαστικά, προς το λιμάνι της Σμύρνης, με τον καπνό ντουμάνι από τα δυό μεγάλα φουγάρα του
και την μπάντα του να παίζει χαρούμενα, στο κατάστρωμα.



IV.
Η τελευταία εικόνα Του





Ο πατέρας ήρθε τρέχοντας στο σπίτι, είχε βρει βάρκα για απέναντι.
Μαζέψαμε ότι προλάβαμε σε κασέλες και μπόγους,
εγώ κρατούσα την αδελφή μου απ’ το χέρι μη την χάσουμε.
Κατεβήκαμε στην προκυμαία, κόσμος πολύς, φωνές και παρακάλια,
γύρισα πίσω κάποια στιγμή και είδα καπνούς, όλοι έκλαιγαν.

Μας έβαλε ο πατέρας στη βάρκα, με φίλησε και μου είπε να προσέχω την μάνα και την αδελφή μου.
Δεν τον ξανάδα.

Η τελευταία εικόνα του που έχω είναι να σκύβει πάνω μου
με το καπέλο του το καλό κατεβασμένο χαμηλά στο πρόσωπο να κρύβει τα μάτια του τα δακρυσμένα, πρέπει να ήταν καστανά αλλά είχαν πάρει μια περίεργη πράσινη απόχρωση από τα δάκρυα.
Μετά γύρισε και έφυγε, να πάει στο μαγαζί.
Η διπλανή βάρκα μπατάρισε από το βάρος, πέσαν πολλοί πάνω της.
Βρέθηκαν στη θάλασσα, είδα να τους καταπίνουν τα σκούρα νερά.
Θυμάμαι και τα χέρια των ανθρώπων στην προκυμαία, απλωμένα προς τη μεριά της θάλασσας, εκεί που κάπνιζαν αδιάφορα τα μεγάλα γκρίζα καράβια,
με τα κανόνια σκεπασμένα και τις σημαιούλες, γιορτινές, στο κατάστρωμα.

Η αδελφή μου πέθανε από τύφο στον Πειραιά λίγους μήνες αργότερα, τη μάνα την έχασα το ΄70.
Ήμουν τότε έντεκα χρονών η αδελφή μου πέντε.

1 σχόλια:

  1. Κάποια απ’ όσα γράφεις, τα έχω ακούσει από τον παππού μου.. Δώδεκα χρονών ήταν το ’22 όταν έφυγαν.. Από το Λιθρί, κοντά στον Τσεσμέ, στην χερσόνησο της Ερυθραίας.. Δύσκολοι καιροί, ματωμένα χώματα, και σαν και τώρα, προδομένη πατρίδα..

    Καλό ξημέρωμα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή