
Δεν με ξέρεις.
Δεν με είδες ποτέ.
Ούτε άκουσες τη φωνή μου.
Ήσουν κάπου ψηλά και άνετα …
εγώ πάλι ούτε καν φαντάζεσαι που βρίσκομαι.
Δεν ξέρω για το αύριο,
αλλά έχω μια σιγουριά μόνο,
μία κρύα, παγωμένη, μεταλλική σιγουριά,
Ή ίσως δεκαπέντε μικρά άσπρα «κουμπάκια» στο αλουμινόχαρτο,
- πιστεύω να φτάνουν -
και όσο κουράγιο θα χρειαστεί.
Δεν φαντάζεσαι πόσα βράδια κοιμήθηκα φοβισμένος.

Κι αν με βλέπεις μπροστά σου,
στον υπέροχο πλαστικό σου κόσμο,
μέσα στις πολύχρωμες σερπαντίνες
και τα γυαλιστερά μήτινγκ,
να τριγυρνώ κι εγώ,
με ένα χάρτινο ντοσιέ, άδειο,
δήθεν πολυάσχολο βηματισμό
και κολλημένο στο πρόσωπο το χαμόγελο της ψεύτικης επιτυχίας,
η φτηνή μου γραβάτα το μαρτυρά, αν κοιτάξεις μέχρι εκεί.
Δεν ξέρεις πόσα βράδια κοιμήθηκα πεινασμένος.

Απιστευτο κείμενο.Με προβλημάτισε για κάποιο περίεργο λόγο..Συγχαρητήρια.
ΑπάντησηΔιαγραφήΦίλη με το θλιμμένο όνομα, σε ευχαριστώ για το σχόλιο σου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑναζήτησε στο ίδιο ιστολόγιο μία παλαιότερη ανάρτηση της 4ης Νοεμβρίου 2009 ("Το συνήθειο") ίσως σε ενδιαφέρει.