
Περάσαμε δίπλα από το ποτάμι, με τα «Στάγιερ» καλυμμένα, να μη δουν από απέναντι το φορτίο.
Δεν θυμάμαι τι εποχή ήταν, αλλά δεν έκανε κρύο, φθινόπωρο ή άνοιξη ; Δεν θυμάμαι !
Περάσαμε το Διδυμότειχο και συνεχίσαμε προς τα τριεθνή.
Εκεί σε ένα χωράφι στήσαμε σκηνές και εξοπλισμό και μείναμε δύο βράδια.
Δεν θα πω ούτε τι κουβαλούσαμε, ούτε τι κάναμε.
Ίσως να μην έχει και σημασία πια, είναι πολλά χρόνια το υλικό παλιώνει.
Όμως κάτω στην Αθήνα οι Pink Floyd έδιναν την συναυλία τους και εγώ σε μία σκηνή, αναγκαστικά συγκάτοικος με έναν μόνιμο υπαξιωματικό, κάτω από τον ουρανό του Έβρου, έβριζα γιατί δεν μπορούσα να είμαι εκεί και τους άκουγα στο γουώκμαν.
Επιστροφή στην Αλεξανδρούπολη. Χειμώνας του 1989.
Γυρνώντας από το φυλάκιο μαθαίνω ότι ο συγκάτοικος και φίλος μου, πήρε μετάθεση για Μεγάλο Πεύκο, χαρά και λύπη μαζί.
Το βράδυ, το αποχαιρετιστήριο, σε ένα ταβερνάκι, σαν καφενείο, κάπου σε ένα στενό, όπως κατηφορίζαμε από το στρατόπεδο.
Πίσω από την κυρίως αίθουσα είχε ένα μικρό πατάρι δυο τρία σκαλιά πιο ψηλό, εκεί και ένα τζουκ μποξ, δεν έχω ξαναδεί άλλο από τότε να λειτουργεί.
Τρεις φορές χόρεψα ζεϊμπέκικο στην ζωή μου. Η μία τότε.
Είναι χορός που πρέπει να βγαίνει από μέσα σου, όταν ο πόνος ξεχειλίζει και ψάχνει διέξοδο, όχι αντριλίκι και επίδειξη.
Στο δισκάκι η Σωτηρία τραγουδούσε τον «Απόκληρο».
Και εγώ, σχεδόν χίλια χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, σηκώθηκα και χόρεψα, με μικρά, κοφτά, κυκλικά βήματα, σκυμμένο το κεφάλι.
Το κρασοπότηρο που κρατούσα ράγισε στο χέρι μου και το κατάλαβα όταν έκατσα από το αίμα στα δάκτυλα.
Ένας ένας κάναμε την παραγγελιά μας στο μηχάνημα και χορεύαμε για τον φίλο μας.
Δεν ήταν γλέντι, ήταν λειτουργία, ο ταβερνιάρης, ένας φαλακρός χοντρούλης γεράκος, συγκινήθηκε.
Κάθε τόσο πλησίαζε και έλεγε με καημό «Αχ παιδιά μου».
Κάποια στιγμή μία παρέα φοιτητές και φοιτήτριες, μεσ’ την καλή χαρά, έκαναν να ανέβουν στο πατάρι, είδαν αυτό που γινόταν και ήθελαν να πλησιάσουν.
Μπήκε μπροστά τους με τον όγκο του και τους έκοψε τον δρόμο.
Δεν είπε κουβέντα, απλώς στάθηκε μπροστά τους και τους έριξε ένα βλέμμα ότι δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που γινόταν και δεν πρέπει να το διακόψουν.
Εκείνο το βράδυ, παρέα με τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, τον Διονυσίου, αποχαιρετίσαμε έναν φίλο, έναν φίλο που δεν τον ξανάδαμε, είναι περίεργες οι φιλίες του στρατού, όσο δυνατές είναι, τόσο εύκολα χάνονται στην καθημερινότητα μετά.
Έμαθα νέα του πολύ αργότερα, με πήρε κάποιος στο τηλέφωνο, είχε διαβάσει στην εφημερίδα, σκοτώθηκε σε τροχαίο με τη μηχανή, κάπου στην Πειραιώς.

σιωπηλός σε διάβασα και σε ξαναδιάβασα... και σιωπηλός εξακολουθώ να μην διακόψω τη λειτουργία μέσα μου...
ΑπάντησηΔιαγραφήΑτμοσφαιρική γραφή, πολλές εικόνες, εναλλαγή, μυστηριακή γοητεία.
ΑπάντησηΔιαγραφήΝασαι καλά
Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια σας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΧαίρομαι που παρακολουθείτε.
Εύχομαι καλό βράδυ.