
Χτύπησα με δύναμη το χέρι μου πάνω στο τραπέζι, τα ποτήρια αναπήδησαν και το κρασί, φτηνό ξυδόκρασο, χύθηκε στο ξύλο, όρμησα πάνω του και τον έπιασα από το λαιμό, οι υπόλοιποι της παρέας μπήκαν γρήγορα στη μέση και μας χώρισαν. Πρόλαβα όμως και του έριξα μια γροθιά, που θα τη θυμάται καιρό.
Ο ταβερνιάρης πλησίασε θυμωμένος, μέσα από τα ενοχλημένα βλέμματα των θαμώνων.
"Εντάξει είπα, θα φύγω" και σηκώθηκα.
Ακούς εκεί το τσογλάνι, να έχει το θράσος να πετάει σπόντες, όλη του η θητεία μέσα στα γραφεία της μεραρχίας, να βλέπει τηλεόραση και να χαμουρεύεται με την ξανθιά ΟΠΥ τη Δέσποινα, ήξερε ότι την γούσταρα και εγώ, την είχα στριμώξει σε ένα άδειο γραφείο, το βράδυ που είμασταν υπηρεσία μαζί, τότε με την απόσπαση μου.
"Ο παλιο… !". μουρμούρισα, αυτός στην ζέστη του μουνιού της και εγώ τρεις μέρες να τσαλαβουτώ και να κοιμάμαι μέσα στα λασπόνερα, αγκαλιά με το FN και με ανοιχτές τις τελαμώνες, άλλο πάλι κι αυτό, τούτη τη βδομάδα.
Γιατί σαν σήμερα πριν μια βδομάδα, μεσ’ τ’ άγρια μεσάνυχτα, ήταν που χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα και είδα τον οδηγό του διοικητή χεσμένο.
"- Δόκιμε ντύσου γρήγορα σε περιμένω κάτω, θα πάμε στην μονάδα."
"- Τι συμβαίνει βρε μαλάκα πες μου ;"
"- Επιφυλακή, πάμε για το ποτάμι."
Τελικά δεν θα τη γλιτώσουμε σκέφτηκα, οι απέναντι είχαν βγει πάλι από μέρες, στα ανοικτά του Αιγαίου για πετρέλαιο.
Μόλις που πρόλαβα, μεσ’ τη νύστα και τη βιασύνη να πάρω μια αλλαξιά και το τζάκετ το αμερικάνικο. Κάτω στην «καναδέζα» κάνω να μπω και τους βλέπω όλους, άλλους νυσταγμένους, άλλους ανήσυχους, είχε μαζέψει όλους τους δόκιμους από τα σπίτια τους.
Μέσα σε λίγες ώρες βρισκόμουν στο παρατηρητήριο στο ποτάμι, πάνω απ’ τους Κήπους, με τρεις στρατιώτες, τον ασύρματο κα την διόπτρα, ανεβήκαμε σκυφτοί, μην μας δει ο άλλος απέναντι από την υπερυψωμένη σκοπιά, που να μπούμε όμως μέσα, γεμάτο μέχρι πάνω με νερό, αρχίσαμε με τα κράνη και το αδειάσαμε όπως όπως, μαζί με το νερό έβγαιναν και τα νερόφιδα, φρίκη !
Εγώ να βρίσκομαι μέσα στα λασπόνερα, παρέα με τρεις φαντάρους να κλάνουν και να τσακώνονται, που να κολλήσει ύπνος, πώς να ξεκουραστώ μεσ’ την αγωνία και αυτός ο κερατάς στο ζεστό κρεβάτι του στην μεραρχία, να πηδάει τη Δέσποινα και από πάνω να έχει μούτρα να με βρίζει και «βύσμα».
"Και λίγα του έκανα!"

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου