Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010
Δ.Ε.Α. (Π.Β.) ΙΙ
Αλεξανδρούπολη. Χειμώνας 1989.
Παγωνιά, ομίχλη και μυρωδιά από καμένα στην σόμπα ξύλα.
Βράδυ και τα βήματα μου με φέρνουν στον σιδηροδρομικό σταθμό.
Τα παιδιά από την μονάδα μέσα στο σκοτάδι, σκοπιά πάνω σε άρματα μάχης, φορτωμένα σε βαγόνια-πλατφόρμες.
Ήρθαν με το τελευταίο τραίνο, αύριο συνεχίζουν για τα σύνορα. Μέχρι τότε ευθύνη μας να τα φυλάμε.
Στο σκοτάδι μόλις τους διακρίνω, πάνω στις απειλητικές μεταλλικές φιγούρες που τις περιγράφει το αχνό φεγγαρόφωτο. Τους αναγνωρίζω από τις καύτρες των τσιγάρων.
«- Ρε κωλόπαιδα, τι σας μάθανε στην βασική ; το βράδυ κρύβουμε την καύτρα».
Στο γουώκμαν ο Φίλιππας Νικολάου τραγουδάει «στο άδειο μου πακέτο» και εγώ κάθομαι μαζί τους, θα τα πούμε λίγο, τους κρατάω μπουγάτσα, είμαι χαρούμενος, την επομένη την περιμένω.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που ήρθε, φορούσε ένα κοντό λαδί ζακετάκι, όμορφα φτιαγμένα τα καστανά μαλλιά της, και το βράδυ με τρέλανε, όταν ανακάλυψα το μαύρο ολόσωμο κορμάκι κάτω απ’ τα ρούχα της : «μη σου μπαίνουν ιδέες, μου είπε με νάζι, δεν το φόρεσα για σένα, αλλά για το κρύο», η σάρκα της ρόδινη και απαλή στο άγγιγμα, όταν πέρασα το χέρι μου κάτω απ’ αυτό.
Τελικά άδικα χάρηκα. Μου έστειλε τηλεγράφημα, δεν την άφησε ο πατέρας της να ταξιδέψει. Απογοήτευση.
Παραδώσαμε τα άρματα στην επιλαρχία, έγραψα την αναφορά μου και το βράδυ μέθυσα.
Σε λίγες μέρες, με ένα στεγνό γράμμα μου ανακοίνωσε τον χωρισμό μας.
Η απόσταση, την πιέζουν και από το σπίτι, υπάρχει πρόβλημα με τον πατέρα της.
Με αγαπάει αλλά τι να κάνει, να προσπαθήσω να την ξεχάσω.
Τηλεφώνησα στον Αλέκο, στην Αθήνα, πλήρωσα ένα σωρό λεφτά στο τηλέφωνο, μου τα μασούσε, "ξέχασε την, δεν αξίζει, δεν κάνει για σένα ρε μαλάκα" και άλλα τέτοια.
Κλείνοντας μου έσκασε το μυστικό, υπάρχει άλλος.
Πουτάνα ! ξέσπασα και ξαναμέθυσα.
Έχασα και την κασέτα του Νικολάου, μου έπεσε εκείνο το βράδυ στο σταθμό.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Θα τολμήσω το ερώτημα
ΑπάντησηΔιαγραφήπου θα έκανα και σε μένα
αν βρισκόμουν στη θέση σου:
"πουτάνα είναι Εκείνη
ή
η Ανάγκη σου για εκείνη;"
με την ελπίδα να μην παρεξηγηθώ.
Ούτε Εκείνη, ούτε η ανάγκη μου για 'κείνη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑυτή η θητεία που δεν περνούσε ήταν και γω τόσο ανήμπορος να ορίσω τη ζωή μου, κι ας είχα τόση όρεξη να τη ζήσω τότε.
Χαίρομαι που παρακολουθείς (τις ως επί το πλείστον φανταστικές μου ιστορίες) και συμμετέχεις, διακριτική πεταλούδα.
Αν και περιηγήθηκα στα blogs σου,
ΑπάντησηΔιαγραφήδεν πρόλαβα να ανατρέξω σε όλες τις αναρτήσεις.
Στάθηκα σε κάποιες που ξεχώρισα
μα θέλω να ρωτήσω κάτι
αν μου επιτρέπεις.
Εκείνα που έχουν το άρωμα γραφής του Καββαδία
ανήκουν σε σένα ή σε 'κείνον;
Δεν ρωτώ θέλοντας να σε προσβάλλω.
Μα αν είναι δικά σου κείμενα
-που έτσι προτιμώ να πιστεύω-
θέλω να σε συγχαρώ
που δεν φοβήθηκες τη γλώσσα αυτή
η οποία φέρει ανεξίτηλα τα δικά του σημάδια,
τη δική του σφραγίδα.
Η οποία, εν τέλει, θεωρείται απαγορευμένη.
Κάποιες μικρές, ασήμαντες προσωπικές στιγμές και αναμνήσεις είναι πάντα οι αφορμές, ο Καββαδίας, ο Τσίρκας και ο Βαλτινός δίνουν την έμπνευση. Αν αναφέρεσαι στο "Αρόδο", είναι δικό μου, μου καρφώθηκε στο μυαλό μέσα στην θάλασσα, πάνω στο παιγνίδι με την κόρη μου. Συνειδητά δεν έχω αντιγράψει κάτι. Όσο για τη γλώσσα ... με βοήθησε το "ναυτικό γλωσσάρι". Σε ευχαριστώ για τα σχόλια σου.
ΑπάντησηΔιαγραφή