
Τα λόγια του ήταν καθαρά, αλλά πιότερο τα μάτια του,
όταν μιλούσε για το όραμα του,
αυτός που οι φίλοι του τον αποκαλούσαν Δάσκαλο και οι εχθροί του ρήτορα και λαοπλάνο.
Ύστερα άρχισαν να μοιράζονται όλο και περισσότεροι αυτό το περίεργο όραμα του.
Τους παρακολουθούσα καθημερινά, να βγαίνουν δειλά στην αρχή από τα υπόγεια και τα λαγούμια τους,
στις γειτονιές στην άκρη της πόλης, εκεί που είναι οι γκρίζες πολυκατοικίες.
Έπιαναν τις γωνίες και μετά ξεθάρρευαν και στέκονταν ακόμη και στις άκρες του δρόμου,
όπως και ΄γω, περιμένοντας το πέρασμα του.
Και ήμουν εκεί τότε την τελευταία μέρα, όταν με την εκτόνωση των αερίων
τον περιέβαλε το πορφυρό φωτοστέφανο,
αυτό που οι τελευταίες αχτίνες του ήλιου έκαναν να χρυσίζει,
δέκατα του δευτερολέπτου πριν ακουστεί ο κρότος που τα τελείωσε όλα.
