
Έβριζα την τύχη μου.
Την τύχη μου και την ανάγκη μου.
Γιατί χρειαζόμουν τα χρήματα, οι τοκογλύφοι πίεζαν την οικογένεια.
Ένα πρωί φούντωσα, έδεσα τα πράγματα μου μπόγο και κατέβηκα από το χωριό στο λιμάνι,
είχα γνωστούς και με σύστησαν.
Έτσι μπάρκαρα τζόβενο στο στήμερ «Αλεξάντρια» με μπάρκο για Σαγκάη.
Όλα καλά στην αρχή.
Ο καπετάνιος έδινε τα όρντινα και εγώ έτρεχα πρόθυμος, να μάθω τη δουλειά.
Περίεργος άνθρωπος. Προσπαθούσα να τονε γραδάρω, αλλά συμπέρασμα δεν έβγαζα.
Έξυπνος άνθρωπος, γνώριζε το πλοίο του, κάτεχε το επάγγελμα, έτσι μου φαινόταν.
Καβαντζάραμε τις Μαλβίδες και βγήκαμε στον Ινδικό.
Τότε τον έπιασε τρέλα.
Με το γυαλί κολλημένο στο μάτι, πότε στην αριστερή πότε στη δεξιά μεριά της κόντρα γέφυρας,
ο τρελός ο συριανός, να κιαλάρει και ύστερα, σαν νόμισε ότι ξεφύγαμε από τους κουρσάρους
που παραμονεύουν σ’ αυτά τα νερά και τους κοντραμπατζήδες,
άρχισε να δίνει όρδινα να ρίξουν κάρβουνο στα καζάνια, να σηκώσει ατμό.
Ούρλιαζε σαν τον τρελό.
Στο τέλος έσκασε το ένα καζάνι, πέντ' έξι μέρες ανοιχτά της Σιγκαπούρης,
κατάκαψε τον κινέζο τον θερμαστή, είδαμε και πάθαμε να τονε σύρουμε μέσα απ’ την αθάλη.
Και αυτός ο φουκαράς τρεις μέρες στριφογύριζε μουγκρίζοντας και την τέταρτη παρέδωσε.
Καταμεσής της θάλασσας τον φουντάραμε αδιάβαστο, δεν ξέραμε τι θεό πιστεύει,
μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων αντί για προσευχή, ραμμένο στο καραβόπανο.
Μισερό το καράβι κοστάρισε έχοντας ρότα για το λιμάνι.
Το τσούρμο κρυφομίλαγε, έστησα αυτί και έμαθα.
Χρόνια βαστούσε αυτή η κόντρα με τον άλλο τρελό τον ανδριώτη,
τον είχε δει με το γυαλί, όταν παραφύλαγε τους κουρσάρους.
Τώρα που τον πέτυχε στο πέλαγος έτρεχε να πρωτοδέσει.
Άδικος κόπος.
Δυο μέρες τώρα αρόδο να περιμένουμε τον τελώνη
και οι σκύλοι να χορεύουν από κάτω μας,
ξύνοντας με τις ράχες τους τη μοράβια στη σάπια καρίνα μας.
Η άγκυρα βαθιά στα σκοτεινά νερά,
σκάλα η αλυσίδα της, ν’ ανεβαίνουν οι γοργόνες τα βράδια μέχρι πάνω,
να γλύφουν τα νερά τα άσχημα πρόσωπα τους
και να αλυχτούν προσκαλώντας μας στα βάθη.
Και ΄γω να βρίζω την τύχη μου τη μαύρη,
που δε θα τη βγάλω καθαρή,
ας όψεται η ανάγκη πίσω στο χωριό και το χρέος.
Σιγκαπούρη 1927

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου