Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Το χρέος




Τρίτη πρωί ξεκίνησε το ταξίδι για τη διπλανή πόλη, αρκετή ώρα απόσταση με το αυτοκίνητο.
Ο δρόμος άδειος, βροχή και ομίχλη, από το cd ακούγεται η γλυκά μονότονη – μονόχρωμη ; - φωνή του Μάνου Λοϊζου, από την εφημερίδα της Κυριακής, «… την ψάχνει στα λαμπρά σφαγεία των δρόμων … αυτήν που άφησε το πρόσωπο της στον καθρέπτη και αυτός ράγισε...»
Αναρωτιέται, πώς θα’ ταν τώρα το πρόσωπο της αν...
Και αυτός πάλι μόνος, πρόσωπο με πρόσωπο με αυτόν που φοβάται περισσότερο απ’ όλους, τον εαυτό του, τον λαβωμένο, με ό,τι προσπαθεί να αποφύγει.
Πρέπει η σκέψη να λοξοδρομήσει σε άλλα θέματα.
Η Βάσω και η Μαρία – το Μαρούλι ντε – που είναι αδελφές, προσπαθεί να τις φανταστεί μικρές, με κοτσίδια και κορδέλες και την μαθητική ποδιά, σε μια φωτογραφία δίπλα δίπλα χαμογελαστές.
Και πάλι η σκέψη επιστρέφει σε επώδυνα θέματα.
Σταματάει στην καντίνα στην άκρη του δρόμου, ποιός αλήθεια σκέφτηκε να φέρει εδώ καντίνα, ζητάει ένα καφέ, η μηχανή του αυτοκινήτου αναμμένη, το ίδιο και τα φώτα, στο βάθος τα χιονισμένα βουνά.
Ο άλλος πίσω από τον πάγκο τον σερβίρει και κάνει να του μιλήσει, τον βλέπει σκοτεινιασμένο και διστάζει.
Κοιτάζει ολόγυρα, πρωινή παγωνιά, καθαρός αέρας.
Πρέπει να ξεκινήσει, να φτάσει εγκαίρως, την ώρα που αυτός θα βγαίνει αμέριμνος, θα νομίζει ότι έχει ξεχρεώσει ; να κάνει τότε το χρέος του.
Νοιώθει το σίδερο κρύο, παγωμένο, έτοιμο, κουρνιασμένο στην πλάτη του.
Θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο και με αυτόν, αλλά δεν τον φοβάται, μόνο τον εαυτό του πια φοβάται.
Μπαίνει στο αυτοκίνητο και ξεκινάει.

2 σχόλια: