Δώδεκα χρόνια αμίλητος περίμενε αυτή τη στιγμή.
Δώδεκα χρόνια και κάτι μήνες, από τότε που έκλεισε πίσω του η βαριά σιδερένια πόρτα.
Από τότε που με ανακούφιση άκουσε την απόφαση της έδρας : «- Ένοχος !»
και ο δικηγόρος του είπε ευχαριστημένος «- Σπάσαμε τα ισόβια, με καλή διαγωγή θα βρεις στα δώδεκα χρόνια».
Τότε δεν τον ένοιαζε πολύ η ποινή, μόνο να καταδικαστεί, να τους ξεγελάσει, να μην το καταλάβουν.
Άλλαξε λίγο, όλο αυτό τον καιρό.
Δεν μετάνιωσε, αλλά όσο να ΄ναι το σκεφτόταν, τον βασάνιζε.
Και δεν μίλησε σε κανένα, ούτε όταν ήρθε εκείνος ο παπάς να τον εξομολογήσει, τον έδιωξε.
Μόνο άκουγε.
Την βρύση στο στενό κελί, μονίμως να στάζει, τον άλλο να ροχαλίζει, τις φωνές και τις βρισιές,
τα παρακάλια και τα παραγγέλματα.
Και είχε και την έννοια του παιδιού.
Να στάζει το δηλητήριο σταγόνα σταγόνα, μέρα τη μέρα, στις φλέβες του.
Τι να κάνει, πώς θα τα φέρει βόλτα. Αχ ! αναστέναζε.
Έδωσε οδηγίες στη γυναίκα, να φύγουν μακριά από το σόι των άλλων και να πάει το παιδί στο γιατρό, να δει τι θα κάνει, μη το χάσουν.
Μη κάνει κι άλλο κακό στη θολούρα του.
Και τότε τι θα γίνει, πως θα το κρύψουν, δεν θα μπορεί να το πάρει πάλι πάνω του εκεί μέσα που είναι.
Δώδεκα χρόνια αμίλητος, με τα μάτια ορθάνοιχτα τα βράδια, να κοιτάζει το άσπρο ταβάνι και να θυμάται. Αυτό που θα έδινε τη ζωή του να ξεχάσει.
Το παιδί, με τα χέρια τα ματωμένα πάνω απ’ το άψυχο κορμί της, ξεθολωμένο πια, έφυγε το δηλητήριο, να τον κοιτάζει με απελπισία και να του λέει : «- τι έκανα, πατέρα, τι έκανα ;»
Η απόφαση του άμεση, της στιγμής, όταν τα πήρε όλα πάνω του.
Και το σόι της κοπελιάς άγριο, άνθρωπο έχασαν. Δύο φορές κινδύνεψε, στη μεταγωγή και στο δικαστήριο.
Τη σκέφτεται κι αυτή, άδικο, άδικο.
Δώδεκα χρόνια. Πέρασαν.
Κανείς να μην έρθει, είπε, ούτε η γυναίκα, να μην υποψιαστούν, πρέπει να φανεί ότι με σιχάθηκες, της είπε.
Πέρασαν. Και τώρα να που πέρασε την πόρτα.
Τον είδε απέναντι, στην άλλη μεριά του δρόμου.
Περίμενε δίπλα στο αυτοκίνητο του.
Τρόμαξε να τον γνωρίσει, γερασμένος κι αυτός.
Και τότε κατάλαβε. Πρώτα ένοιωσε το κάψιμο, μετά άκουσε τον κρότο και μετά σκοτάδι.
Άδικο, άδικο.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου